Χρονογράφημα

info
Στο διήγημα του Κω(ν)σταντίνου Χατζόπουλου “Ο πύργος του Αλιβέρη” απαντάται στην αφήγηση ο όρος χρονογράφημα, δύο φορές. Διάβασε τη σχετική θεωρία και μάθε για αυτό το λογοτεχνικό είδος:

Χρονογράφημα: Έλασσον πεζό λογοτεχνικό είδος, το οποίο στην Ελλάδα αναπτύχθηκε και καλλιεργήθηκε μέσα από τις στήλες του ημερήσιου τύπου. Συγκεκριμένα, υπήρχαν περίοδοι κατά τις οποίες οι μεγάλες εφημερίδες είχαν καθιερώσει μόνιμες στήλες χρονογραφήματος. Για παράδειγμα, αξέχαστα έχουν μείνει τα χρονογραφήματα συγγραφέων όπως είναι ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Άγγελος Βλάχος, ο Παύλος Νιρβάνας, ο Κωστής Παλαμάς, ο Π. Παλαιολόγος, η Ελένη Βλάχου, ο Δημήτρης Ψαθάς κ.ά.

Εισηγητής του χρονογραφήματος θεωρείται ο Κωνσταντίνος Πωπ. Τα βασικά χαρακτηριστικά του είδους είναι η συντομία του, καθώς και το γεγονός ότι σχολιάζει με τρόπο χιουμοριστικό γεγονότα της τρέχουσας επικαιρότητας. Ως προς το ύφος του, συνήθως χαρακτηρίζεται από περιεκτικότητα, αμεσότητα και κομψότητα. Στόχος, δηλαδή, του συγγραφέα είναι να γράψει ένα κείμενο που θα προσφέρει απόλαυση στον αναγνώστη και ταυτόχρονα θα σατιρίζει την καθημερινότητα.

Ακριβώς εξαιτίας της άμεσης σύνδεσής του με την επικαιρότητα, το χρονογράφημα γενικά είναι ένα είδος εφήμερο. Ωστόσο, όταν ο συγγραφέας είναι ξεχωριστός, όπως ορισμένοι από όσους αναφέραμε, τότε είναι δυνατόν να γράψει χρονογραφήματα που υπερβαίνουν τον εφήμερο χαρακτήρα του είδους και διαβάζονται με ευχαρίστηση ανεξάρτητα από την εποχή, ενώ είναι πιθανόν να έχουν και κάποιο ιστορικό ενδιαφέρον.

[Πηγή: Cuddon J.A. (2010). Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων και θεωρίας λογοτεχνίας. Γιάννης Παρίσης, Μαρία Λιάπη, Μτφρ.- Επιστ. επιμέλεια.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ:
Διάβασε το χρονογράφημα του Νίκου Δήμου ...ΚΑΙ ΣΚΑΒΕ (1983-85), που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Το Βήμα” (1983-1985). Ποια χαρακτηριστικά του χρονογραφήματος, τα οποία διάβασες παραπάνω απαντώνται στο συγκεκριμένο χρονογράφημα;

Εκεί, στην άκρη του δρόμου, κάτι εργάτες σκάβανε.

“Τι σκάβετε παιδιά;” τους ρώτησα. Η απάντηση ήταν τόσο σαφής - όσο και πλήρης:

-“Ε! σκάβουμε...”

Οι Έλληνες σκάβουν. Σκάβουν και θάβουν. Σκάβουν και ξεθάβουν. Τελικά δεν έχει σημασία γιατί σκάβουν - το σκάψιμο είναι αυτοσκοπός. Σωστά απάντησαν οι εργάτες.

Κάποια ιδιαίτερη σχέση έχει ο Έλληνας με το υπέδαφός του - και γι' αυτό δεν το αφήνει ήσυχο. Είναι οι πρόγονοι που κοιμούνται εκεί - αυτοί οι πρόγονοι που είναι το αγλάισμα και το άγχος μας; Είναι η γης που την πατούμε κι όλοι μέσα θε να μπούμε, του δημοτικού τραγουδιού;

Εν πάση περιπτώσει, σκάβουμε. Ανοίγουμε λάκκους, χαντάκια, τρύπες, πηγάδια, υπονόμους, ορύγματα, τάφρους. Και μόλις τους ξανακλείσουμε (μερικοί δεν κλείνουν ποτέ -ξέρω λάκκους με αρχαιολογική ηλικία) άλλοι τους ξανανοίγουν. Οι δρόμοι όλης της Ελλάδας, είναι γεμάτοι από τις πληγές και τις ουλές της σκαπτικής μας μανίας. Δεν υπάρχει ούτε ένα χιλιόμετρο ασφάλτου στη χώρα, που να μην έχει λακκούβα, σαμαράκι (τέως τρύπα) η χαντάκι.

Και απορώ: οι ξένοι δεν σκάβουν; Πότε το κάνουν αυτό; Μόνο τα μεσάνυχτα; Και γιατί δεν αφήνουν ουλές; Οι δρόμοι τους, γυαλί σκέτο.

Εμείς πάντως κι εδώ πρωτοτυπούμε: οι μισοί Έλληνες σκάβουν για να ενοχλούν τους άλλους μισούς. Μερικοί σκάβουν και για να φυτέψουν τη γη - είναι οι εξαιρέσεις. Το σκάψιμο δεν είναι πια αγροτική τέχνη, έγινε σαφώς αστική. Στον έναν που σκάβει τα χωράφια, δέκα σκάβουν στην πόλη.

Κι επειδή είμαστε στον αιώνα των μηχανών, τις καλέσαμε σε βοήθεια. Μπουλντόζες, γκρέιντερ, εκσκαφείς, αερόσφυρες, γεωτρύπανα κάνουν το σκάψιμο πιο αποδοτικό και πιο ένδοξα θορυβώδες. Τι είναι οι σεμνοί χτύποι του μοναχικού σκαφτιά μπροστά στον πανκραδασμό ενός κομπρεσέρ - που έχει γίνει το αγαπημένο μουσικό όργανο των Ελλήνων.

(Παρένθεση: οι κουτόφραγκοι έβγαλαν κομπρεσέρ αθόρυβα. Τα οποία υποχρεωτικά τώρα χρησιμοποιούν εκεί, όσοι δουλεύουν σε πόλεις. Σίγουρα δεν θα 'ρθουν ποτέ σε μας. Σκέπτεστε Έλληνα, μαέστρο του κομπρεσέρ, να μην το ακούει; Κάραγιαν χωρίς ορχήστρα; θα πάθει κατάθλιψη!).

Λοιπόν όλοι σκάβουμε, χειρωνακτικά και μηχανικά. Κι ανοίγουμε το λάκκο του άλλου. Μεταφορικά και πραγματικά. Σκέπτεστε πόσα από τα άφθονα τροχαία μας προέρχονται από το σκάψιμο; (Εκεί το σκάψιμο οδηγεί σίγουρα στο θάψιμο).

Το μόνο σκάψιμο που δεν κάνουμε πια, είναι το αρχαιολογικό. Πολύ μας ζάλισαν οι πρόγονοι -εδώ αντί να σκάψουμε, θάβουμε. Θάβουμε τα ερείπια της Ιεράς Οδού. Θάβουμε τα αρχαία γράμματα στο σχολείο, θάβουμε τους τόνους, τα πνεύματα και το πνεύμα.

Σκάβω, σκάβεις, σκάβει - το εθνικό ρήμα. Τσάπα και φτυάρι τα εθνικά σύμβολα (άντε και το κομπρεσέρ). Πόσο πιο ζωντανά π.χ. από το σφυροδρέπανο. Ποιος καρφώνει πια και ποιος θερίζει; Όλοι σκάβουν. Κι ο εκάστοτε αρμόδιος υπουργός υπερηφανεύεται: Η χώρα είναι ένα απέραντο εργοτάξιο. Που σημαίνει: η χώρα είναι ένα μόνιμο γιαπί.

Και το μόνο σκάψιμο που δεν κάνουμε, είναι αυτό που είπε ο (από καιρό θαμμένος) αρχαίος πρόγονος: "Ένδον σκάπτε!".