1182

Ο άγιος Φραγκίσκος γεννήθηκε στην Ασίζη ως Τζοβάνι ντε Μπερναντόνε. Ο νεαρός Φραγκίσκος έμαθε να μιλάει τα ιταλικά και τα γαλλικά από τους γονείς του και τα λατινικά από τον ιερέα της ενορίας. Δεν συνέχισε παραπάνω τις σπουδές του αλλά αναμίχτηκε με τη δουλειά του πατέρα του.

1202

Πολέμησε με τον στρατό της Ασίζης εναντίον της Περούτζια, συνελήφθη και παρέμεινε αιχμάλωτος για ένα χρόνο.

1204

Κατετάγη στον στρατό του Πάπα Ιννοκέντιου του Γ’ για να πολεμήσει τους άπιστους. Φτάνοντας στο Σπλίτ στη Δαλματία, έπεσε βαριά άρρωστος και έτσι εγκατέλειψε τον στρατό και ξαναγύρισε στην πόλη του, όπου και εκδήλωνε μέρα με τη μέρα μεγαλύτερο θρησκευτικό ζήλο.

1207

Κατά τη διάρκεια προσευχής στο φτωχικό παρεκκλήσι του Αγίου Δαμιανού, είδε σε όραμα τον Θεό, που του ζήτησε να προσφέρει τη ζωή του σε αυτόν, και αφιερώθηκε στον Θεό: έκανε πολλές δωρεές στους φτωχούς, επισκέψεις στα άσυλα των λεπρών, προσευχές και νηστείες. Αρχικά θεωρήθηκε τρελός από την κοινή γνώμη της Ασίζης. Εγκατέλειψε το σπίτι του και πήγε να μείνει στο αγαπημένο του παρεκκλήσι του Αγίου Δαμιανού. Ενώπιον του δικαστηρίου, όπου του ζητήθηκε ο λόγος για τα χρήματα της πατρικής περιουσίας που είχε έτσι «άσκοπα» ξοδέψει, εκείνος απαρνήθηκε το οικογενειακό του όνομα, και έδωσε ότι είχε και δεν είχε, ακόμα και το ράσο του, μένοντας εντελώς γυμνός μπροστά στο κοινό του δικαστηρίου για να ξεπληρώσει αυτά που χρωστούσε στον πατέρα του.

1209

Σε μια στιγμή έμπνευσης, κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, πίστεψε ότι η επιστροφή στον καιρό της αποστολικής πενίας ήταν ο δρόμος για τη σωτηρία της ψυχής. Από εκείνη τη μέρα, γύριζε την Ασίζη αλλά και στις γειτονικές πόλεις κηρύττοντας την πενία και την αξία της, καλώντας τους ανθρώπους να πουλήσουν όλη την περιουσία τους και να τη μοιράσουν στους φτωχούς, καταδίκαζε τους πλούσιους και τους μοναχούς που ζούσαν μέσα στη χλιδή, και καταράστηκε το χρήμα σαν την αιτία για όλες τις συμφορές. Σύντομα, παρόλο που ο περισσότερος κόσμος ακόμα τον χλεύαζε, βρέθηκαν οι πρώτοι 12 που αποφάσισαν να τον ακολουθήσουν.

1210

Ο Φραγκίσκος, μαζί με τους 12 μαθητές του, πήγε στη Ρώμη για να ζητήσει την έγκριση του Πάπα για τη δημιουργία του Τάγματός του. Ο Ιννοκέντιος ο Γ’, διαπιστώνοντας την αυστηρότητα των κανόνων του τάγματος, συμβούλευσε αρχικά να αναβάλουν την ίδρυσή του μέχρι ο καιρός να αποδείξει την δυνατότητα εφαρμογής τους αλλά τελικά, υποχώρησε στην αποφασιστικότητα του Φραγκίσκου. Οι μοναχοί χειροτονήθηκαν και οι Βενεδικτίνοι μοναχοί τους παραχώρησαν το παρεκκλήσι της Παναγίας των Αγγέλων, ένα μικροσκοπικό εκκλησάκι 3 μέτρων μήκους μόνο. Οι αδερφοί έχτισαν τις καλύβες τους δίπλα στο παρεκκλήσι και έτσι σχηματίστηκε το πρώτο μοναστήρι του Πρώτου Τάγματος των Φραγκισκανών.

1224

Εγκατέλειψε την Ασίζη με 3 μαθητές και εγκαταστάθηκε στις ερημιές, στο βουνό Βέρνα. Στις 14 του Σεπτέμβρη του 1224, την ημέρα της γιορτής της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, είδε το περίφημο όραμά του και εμφάνισε τα στίγματα στο σώμα του. Είδε την εικόνα του σταυρωμένου Χριστού να κατεβαίνει από τον ουρανό και όταν το όραμα έσβησε είδε σαρκώματα στα χέρια, στα πόδια του, και στα πλευρά του, που έμοιαζαν με τις πληγές του Ιησού από τα καρφιά του σταυρού και το τρύπημα της λόγχης.

1225

Ο Φραγκίσκος είχε επιστρέψει στην Ασίζη ενώ άρχισε σιγά-σιγά να χάνει την όρασή του. Τα επόμενα χρόνια, ξαναβρήκε κάπως την όρασή του και συνέχιζε να κηρύττει αλλά στο τέλος κουρασμένος από τις κακουχίες της ασκητικής ζωής του, την ελονοσία αλλά και την υδρωπικία που τον έπληξε, πέθανε στις 3 Οκτωβρίου 1226 σε ηλικία 45 χρονών. Μετά από δυο χρόνια, το 1228 η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο.