Ο Οκταβιανός ίδρυσε μια δημόσια ταχυδρομική υπηρεσία που διέτρεχε όλη την αυτοκρατορία μέσω του cursus publicus (οδικού δικτύου). Οι ταχυδρόμοι μετέφεραν τις οδηγίες ή τις διαταγές του αυτοκράτορα (mandata) προς τους διοικητές της κάθε ρωμαϊκής επαρχίας, καθώς και άλλα μηνύματα.
Πώς μεταφέρονταν τα μηνύματα;
Ένας ταχυδρόμος, φορώντας ένα ειδικό καπέλο, μετέφερε τα μηνύματα πάνω σε άλογο ή άμαξα. Ήταν επικίνδυνο να είσαι ταχυδρόμος, μιας και γινόσουν στόχος ληστών και εχθρών του αυτοκράτορα.
Υπήρχαν γραμματόσημα;
Ένα καλό νέο είχε για διακριτικό ένα στεφάνι δάφνης, ενώ ένα κακό νέο είχε ένα φτερό, πράγμα που σήμαινε πως ο ταχυδρόμος έπρεπε να μεταφέρει το μήνυμα όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Πόσο γρήγορα ταξίδευαν τα μηνύματα;
Οι ταχυδρόμοι σταματούσαν σε συγκεκριμένους οργανωμένους σταθμούς ανεφοδιασμού (mansions) που είχαν χτιστεί, ανά 30 χιλιόμετρα περίπου, πάνω στο cursus publicus.
Εκεί, άλλαζαν άλογο, για να έχουν πάντα ξεκούραστα άλογα και να φτάνουν γρήγορα στον προορισμό τους. Οι ιστορικοί μάς λένε ότι ένας αγγελιαφόρος μπορούσε να διανύσει μέχρι
και 800 χιλιόμετρα μέσα σε 24 ώρες! Συνήθως, όμως, διένυαν περίπου 80 χιλιόμετρα μέσα σε μια μέρα.
Ταβέρνες και αγγαρείες
Αν τους έπιανε η νύχτα, τότε οι αγγελιαφόροι μπορούσαν να κοιμηθούν σε πανδοχεία μέσα στους σταθμούς ανεφοδιασμού και να δειπνήσουν στην taberna. Τα ξεκούραστα άλογα, η διανυκτέρευση και το δείπνο ήταν δωρεάν παροχές προς τον αγγελιοφόρο του αυτοκράτορα. Επειδή αυτό μείωνε τα έσοδα των σταθμών ανεφοδιασμού, ονόμασαν αυτές τις παροχές angaria, δηλαδή υπηρεσίες που προσφέρεις απρόθυμα, επειδή σε υποχρεώνει το κράτος.