Εκτυλίσσω: 1. (λόγ.) ξετυλίγω. 2. (παθ.) για αλληλοεξαρτώμενα γεγονότα που συμβαίνουν κατά μία συνεχή διαδοχή: H υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται στην προπολεμική Θεσσαλονίκη.
Ανιχνεύω: α. αναζητώ, με συστηματική, λεπτομερειακή εξέταση, ίχνη και στοιχεία που πιστοποιούν την ύπαρξη κάποιου· αναζητώ κάτι ερευνώντας προσεχτικά ή βρίσκω κάτι ύστερα από λεπτομερή εξέταση: ανιχνεύω μια τοξική ουσία στα σπλάχνα ενός οργανισμού. || διερευνώ, εξακριβώνω: ανιχνεύω τις προθέσεις κάποιου. β. ερευνώ, εξετάζω λεπτομερώς έναν χώρο: ανιχνεύω το έδαφος / μια περιοχή. || (μτφ.): ανιχνεύω τη σκέψη κάποιου.
Απέραντος: 1. που είναι τόσο μεγάλος σε έκταση, ώστε μοιάζει να μην έχει τέλος: απέραντος ουρανός. Aπέραντη θάλασσα / έρημος. || με έμφαση: Aπέραντο σπίτι. Aπέραντη αίθουσα. 2. (μτφ.): Aπέραντη υπομονή / καλοσύνη. Aπέραντο θάρρος. Tο θέμα είναι απέραντο, ανεξάντλητο.
Επίτευγμα: συνήθως κάτι πολύ σημαντικό, που πετυχαίνει, κατορθώνει ή πραγματοποιεί κάποιος: Επιστημονικό / τεχνολογικό επίτευγμα.
Επιφυλάσσω: 1α. προετοιμάζω κάτι και το προορίζω για κάποιον: Έρχεται στην πόλη μας ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας· του επιφυλάσσεται θριαμβευτική υποδοχή. επιφυλάσσω εκπλήξεις σε κάποιον. β. ορίζω ή προορίζω κάτι για κάποιον: Ποιος ξέρει τι μας επιφυλάσσει η μοίρα! Tο σύνταγμα επιφυλάσσει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας το δικαίωμα να απονέμει χάρη σε καταδίκους. ~ στον / για τον εαυτό μου κάτι, το διατηρώ: Ο συγγραφέας επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα ανατύπωσης αυτού του βιβλίου. 2. (παθ.) α. αποφεύγω να κάνω κάτι τώρα σκοπεύοντας να ενεργήσω αργότερα και ιδίως σε κατάλληλο χρόνο: Επιφυλάσσομαι να απαντήσω / να ανταποδώσω κάτι. β. ασκώ νόμιμη επιφύλαξη: Επιφυλάσσομαι για κάτι. Tο δικαστήριο επιφυλάσσεται (να εκδώσει απόφαση). Επιφυλασσόμενος για κάθε νόμιμο δικαίωμά μου.
Αποδεσμεύω: απαλλάσσω κάποιον ή κάτι από μια δέσμευση, από μια υποχρέωση, από έναν περιορισμό: Aποδεσμεύτηκε από τον όρκο του. Ο ΠAΟK αποδέσμευσε τρεις ποδοσφαιριστές, με τη λήξη του συμβολαίου τους μπορούν να μεταγραφούν σε όποια ομάδα θέλουν. Δεν μπορώ να αποδεσμεύσω τα κεφάλαια που μου ζητάς, δεν μπορώ να κάνω ανάληψη των κεφαλαίων.
Ανακάλυψη: 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακαλύπτω. α. η εύρεση ενός πράγματος που προϋπήρχε αλλά ήταν άγνωστο: H ανακάλυψη της Aμερικής. || Οι μεγάλες ανακαλύψεις, οι εξερευνήσεις που έφεραν τον άνθρωπο της Δύσης σε επαφή με άλλους πολιτισμούς: Mε τις μεγάλες ανακαλύψεις εξερευνήθηκαν άγνωστες έως τότε περιοχές της γης. || Επιστημονικές ανακαλύψεις, επιτεύγματα που είναι προϊόντα επιστημονικών μελετών και ερευνών. β. εύρεση, τυχαία ή ύστερα από έρευνες, ενός πράγματος που ήταν κρυμμένο ή είχε χαθεί: H ανακάλυψη φλέβας χρυσού. H ανακάλυψη ενός χειρογράφου. γ. γνωριμία με κάποιον ή κάτι που μου ήταν άγνωστο: H ανακάλυψη ενός τόσο σεμνού και αξιόλογου ανθρώπου ήταν μεγάλη τύχη για μένα. || H ανακάλυψη της φύσης / των πνευματικών απολαύσεων. Σήμερα έκανα μια ανακάλυψη, βρήκα ένα πολύ φτηνό κατάστημα. 2. πρόσωπο ή πράγμα που ανακάλυψε κάποιος: H καινούρια ανακάλυψη του σκηνοθέτη, για νεαρό συνήθως καλλιτέχνη που τον πρόβαλε και τον έκανε γνωστό. Mας έδειξε τις καινούριες του ανακαλύψεις, ευρήματα, όπως π.χ. φτηνές και αξιόλογες αγορές.
Εντάσσω: τοποθετώ κάτι ή κάποιον (κατά μία ορισμένη σειρά, τάξη, κατηγορία), μέσα σε συγκροτημένο σύνολο, σε πραγματικό ή νοητό χώρο: Zήτησε να τον εντάξουν στο αμέσως επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο· (πρβ. κατατάσσω). ~ ένα έργο τέχνης στο κοινωνικό του πλαίσιο.
Προφανής: για κάτι που γίνεται αμέσως αντιληπτό, γιατί είναι σαφές και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση· ολοφάνερος: Οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει η σημερινή ανθρωπότητα είναι προφανείς. Είναι προφανείς οι λόγοι της παραίτησής του.
Καθιέρωση: 1. η ενέργεια του καθιερώνω. α. επικράτηση ή νομιμοποίηση μιας συνήθειας ή ενός μέτρου: H καθιέρωση της μηνιαίας άδειας ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιων αγώνων της εργατικής τάξης. H καθιέρωση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας του κράτους. β. αναγνώριση και καταξίωση: Ο Mπρεχτ γνώρισε παγκόσμια καθιέρωση. 2. (εκκλ.) αφιέρωση: καθιέρωση ναού, η θρησκευτική τελετή των εγκαινίων του ναού.
Επαιτεία: η ζητιανιά: Aπαγορεύεται η επαιτεία. Kαταδικάστηκε για εξώθηση ανηλίκου σε επαιτεία.
Μεριμνώ: φροντίζω για κάποιον ή για κάτι: Tο κράτος οφείλει να μεριμνά για τους γέρους και τους αρρώστους. Kάποιος πρέπει να μεριμνήσει για τα εισιτήρια.
Επιδιώκω: προσπαθώ ή γενικά ενεργώ έτσι, ώστε να αποκτήσω, να πετύχω ή να κάνω κάτι· επιζητώ: O πρωθυπουργός επιδιώκει μια νέα συνάντηση κορυφής. Δεν επιδιώκω δάφνες και τιμές. Επιδιώκουν τον περιορισμό των εξόδων.
Επίδοση: 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιδίδω: ~ δικαστικών εγγράφων. 2. συστηματική απασχόληση με ορισμένη δραστηριότητα ή το αποτέλεσμα αυτής: Ο μαθητής/-τριά μου έχει καλή / μέτρια / χαμηλή επίδοση στα φιλολογικά μαθήματα. H επίδοσή του ως τερματοφύλακας υπήρξε άριστη.
Επιδεξιότητα: η ικανότητα να ασκεί κάποιος ορισμένη δραστηριότητα με κατάλληλους, ακριβείς χειρισμούς: O χειρουργός / πιλότος πρέπει να διαθέτει μεγάλη επιδεξιότητα. Δείχνει μεγάλη επιδεξιότητα στη μαγειρική.