Ετρούσκοι: λαός που κατοικεί στο κέντρο της Ιταλικής χερσονήσου. Γρήγορα εξαπλώνονται σε ολόκληρη την ιταλική χερσόνησο: βόρεια μέχρι τις Άλπεις, δυτικά μέχρι το Λάτιο και νότια ως τις Ελληνικές πόλεις της «Μεγάλης Ελλάδας». Ενώνουν οικισμούς, κάνουν δημόσια έργα και φτιάχνουν μία μεγάλη πόλη, τη Ρώμη.
Λατίνοι: λαός της Ιταλίας που ζει στο κεντρικό κομμάτι της Ιταλικής χερσονήσου με κέντρο το Λάτιο. Έχουν κοινή γλώσσα και θρησκεία και θεωρούνται απόγονοι του μυθικού ήρωα Λατίνου. Οι Λατίνοι επιβάλλονται στους Ετρούσκους και φτιάχνουν κράτος με κέντρο τη Ρώμη.
Ρώμη: πόλη που ιδρύεται αρχικά από τους Ετρούσκους και αργότερα γίνεται το κέντρο του ρωμαϊκού κράτους με κυρίαρχο φύλο τους Λατίνους.
Τίβερης: ο ποταμός της Ρώμης. Εξαιτίας του πλάτους του, ο Τίβερης φέρνει μεγάλη οικονομική ανάπτυξη στο ρωμαϊκό κράτος αφού στα λιμάνια του καταλήγουν ελληνικά και φοινικικά πλοία με κάθε λογής αγαθά.
Παλατίνος λόφος: ο πιο κεντρικός από τους επτά λόφους της Ρώμης. Σύμφωνα με την παράδοση, εκεί βρέθηκαν ο Ρωμύλος και ο Ρέμος. Στον Παλατίνο λόφο κατοικούσαν οι εύποροι Ρωμαίοι και συγκεντρώνονταν τα σημαντικά δημόσια κτήρια. Ετυμολογικά, η λέξη «παλάτι» συγγενεύει με τον Παλατίνο λόφο.
Ρώμος: αδελφός του Ρέμου, όπου σύμφωνα με την παράδοση, επιβλήθηκε στον αδελφό του και έγινε ο πρώτος βασιλιάς της Ρώμης.
Res publica: το πολίτευμα του ρωμαϊκού κράτους μετά την επιβολή των Λατίνων στη Ρώμη. Συνδυάζει στοιχεία από το πολίτευμα της αριστοκρατίας και της δημοκρατίας.
Πατρίκιοι: η ανώτατη κοινωνική τάξη του ρωμαϊκού κράτους. Είναι ευγενείς και κατέχουν μεγάλη ιδιοκτησία.
Πελάτες: οι παλαιότεροι κάτοικοι της Ρώμης. Ζουν κοντά στους πατρίκιους και δέχονται την εύνοιά τους. Με τα χρόνια οι δύο τάξεις ενώνονται σε μία.
Πληβείοι: είναι οι περισσότεροι σε αριθμό, φτωχοί και έχουν ελάχιστα δικαιώματα.
Ύπατος: ο ανώτατος άρχοντας, ο οποίος εκλέγεται για έναν χρόνο.
Σύγκλητος: το σώμα των πατρικίων. Τα μέλη της είναι 300 και ισόβια. Αποφασίζουν για όλα τα σημαντικά θέματα του κράτους: οικονομικά, θρησκευτικά, θέματα ειρήνης ή πολέμου, και την ψήφιση των νόμων.