- Κελί
- Ένας μικρός, ατομικός χώρος διαμονής μέσα στο μοναστήρι, όπου κατοικούν οι μοναχοί ή οι μοναχές. Χρησιμεύει ως χώρος προσευχής, μελέτης και ανάπαυσης.
- Ηγούμενος
- Ο ηγέτης ή προϊστάμενος ενός μοναστηριού, υπεύθυνος για την πνευματική και διοικητική ζωή της μοναστικής κοινότητας. Ο ηγούμενος ενός μοναστηριού έχει τον τίτλο του αρχιμανδρίτη δηλαδή του αρχηγού της μάνδρας όπως αποκαλούνταν τα μοναστήρια στα παλιότερα χρόνια από την περίφραξη που περίκλειε τα κελιά των μοναχών.
- Κοινόβιο
- Ο όρος κοινόβιο αναφέρεται στη μοναστική κοινότητα μοναχών που εγκαταβιώνουν ασκούμενοι στις αρετές στο ίδιο μοναστήρι με την πνευματική καθοδήγηση και διοικητική μέριμνα του κοινοβιάρχη-ηγούμενου.
- Τράπεζα
- Η κοινή αίθουσα φαγητού, όπου οι μοναχοί ή οι μοναχές τρώνε μαζί, συνήθως μετά από συγκεκριμένες προσευχές και παραδόσεις που αφορούν την προετοιμασία και το μοίρασμα του φαγητού.
- Καθολικό
- Ο κεντρικός ναός ενός μοναστηριού, συνήθως το μεγαλύτερο και σημαντικότερο κτίριο στο συγκρότημα, όπου τελούνται η Θεία Λειτουργία και άλλες θρησκευτικές τελετές.
- Αρχονταρίκι
- Ένα δωμάτιο υποδοχής των επισκεπτών στα ορθόδοξα μοναστήρια, όπου η μοναστική κοινότητα τους προσφέρει φιλοξενία.