1963 - ΙΩΑΝΝΙΝΑ, Δημήτρης Χατζής, Ο Σιούλας ο Ταμπάκος (Το τέλος της Μικρής μας πόλης, 1963)
Σε αρκετὲς πόλεις της Ελλάδας υπήρχαν ως τα τελευταία χρόνια συντεχνίες, δηλαδὴ κλειστὲς επαγγελματικὲς ομάδες, που λέγονταν εσνάφια ή ισνάφια η σινάφια τέτοιες ήταν: των χαλκωματάδων, βυρσοδεψών (ταμπάκηδων ή ταμπάκων) κ.ά. Πολλὲς απ᾿ αυτὲς τις συντεχνίες έχουν τις ρίζες τους στην οικονομικὴ οργάνωση των βυζαντινών χρόνων. Η εποχή μας εξαφάνισε τις περισσότερες. Στο μαρασμὸ της συντεχνίας των ταμπάκων στα Γιάννενα αναφέρεται και το διήγημά μας.
Γαλαζοπράσινη και βαθιά, δίπλα στη μικρή πόλη, απλώνεται η λίμνη. Μέσα στα νερά της καθρεφτίζει τα ψηλά του τα τείχια το παλιὸ μεσαιωνικὸ καὶ -θέλουν να λεν- ακόμα παλιότερα κάστρο της.
Πίσω απ᾿ την ανατολικὴ πλευρὰ του κάστρου, στην άκρη, άκρη της λίμνης, πάνω στην όχτη της, βρισκόταν ο μαχαλάς των ταμπάκικων. Έτσι τα λέγανε τα βυρσοδεψεία. Και ταμπάκους λέγανε τους βυρσοδέψες- ταμπάκηδες που τους λένε στις Σέρρες, στο Βόλο, θαρρώ και στη Σύρα.
Σ᾿ όλο το μάκρος του μαχαλά, μέσα στὸ νερὸ της λίμνης, αραδιαζόντανε τα τομάρια, τεζαρισμένα καλὰ σε ξύλινα τελάρα και τα παίρναν ύστερα, άμα μουλιάζαν και τ᾿ αργάζανε μέσα στ᾿ αργαστήρια- στα ταμπάκικα.
Όλα θα ῾τανε καμιὰ δεκαπενταριὰ- είκοσι αυτὰ τ᾿ αργαστήρια, λιθόκτιστα, δίπατα, όλα με θολωτὲς μεγάλες πόρτες, στη σειρὰ κι ακουμπισμένα στα τείχια του κάστρου. Το κάτω πάτωμα είχε τα παράθυρα μικρά, σαν πολεμίστρες. Ήταν όλο ένα μεγάλο χαγιάτι πλακόστρωτο, με κάτι ξύλινες σκάφες απὸ δώ κι απὸ κεί. Μέσα σ᾿ αυτὰ τα χαγιάτια, κάνε ξυπόλητοι, κάνε με κάτι μεγάλα ποδήλατα και ξεβράκωτοι - δηλαδὴ μονάχα με το βρακί τους - δουλεύαν οι ταμπάκοι τα δέρματα. Τ᾿ απάνω πάτωμα πρόβαλλε στο δρόμο κάπου μισό μέτρο παραέξω απ᾿ το κάτω κι είχε τα παράθυρα μεγάλα - είδος βενετσιάνικα. Ήτανε το κατοικιό τους εκεί κι ανεβαίναν απὸ μία μικρὴ ξύλινη σκάλα μέσ᾿ απ᾿ τ᾿ αργαστήρια. Ο τόπος, όλος τριγύρω βρωμοκόπαγε την ξινὴ δριμίλα του τομαριού.
1974 - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, Γιώργος Ιωάννου, Ομίχλη (Ἡ μόνη κληρονομιά, 1974)
Δεν ξέρω πια τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να πέφτει τόσο πηχτή ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή, όπως η πάχνη πάνω απ' τα πρωινά κεραμίδια. Βλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού, λέγαμε: «Είχε κρύο τη νύχτα» ή «τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη πιο γλυκά· πρέπει να κάνουμε ντολμάδες».
Όταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης, είχα πάντα το νου μου σ' αυτήν. Μέρα τη μέρα περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της. Θλιβόμουν όμως πολύ, όταν έπεφτε τίς καθημερινές, την ώρα πού βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο γραφείο. Παρακαλούσα να κρατήσει ως το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο.
Μα, καμιά φορά, όταν ξυπνώντας τ' απόγευμα, την ώρα πού έλεγα αν θα πάω στο σινεμά ή στο καφενείο, έβλεπα αναπάντεχα απ' το παράθυρο το απέραντο θέαμα της ομίχλης, άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες. Σήκωνα το γιακά της καμπαρντίνας, κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία, χωρίς ταλαντεύσεις. Η ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σ' αυτήν. Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σέ στηρίζει. Αλλά και κάτι ακόμα· ομίχλη χωρίς λιμάνι είναι πράγμα αταίριαστο. Η ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκιά, όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή, η πολύ ψιλή βροχή του ουρανού μας. Αυτή που δε σε βρέχει, μα σε ποτίζει μονάχα και φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα. Και τότε έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα. Ακόμα κι οι πολυκατοικίες γίνονταν ελκυστικές μες στην αχνάδα.
1998 - ΠΑΤΡΑ, Αθηνά Κακούρη, Πριμαρόλια (1998)
Γεμάτα από κάθε λογής ζωύφια ήταν τα δεκάδες ανήλικα αγόρια που τριγύριζαν στους δρόμους της Πάτρας. Βρωμούσαν επειδή ζούσαν άθλια, στοιβαγμένα σε αποθήκες, με άχυρο για στρώμα και σκεπάσματα, χωρίς μέρη να πλυθούν σωστά και χωρίς ρούχα να αλλάξουν. Όλη μέρα προσπαθούσαν με θελήματα και ζητιανιά να μαζέψουν τις δυο ή τρεις δραχμές που έπρεπε να δώσουν στον «μάστορα», σ’ αυτόν δηλαδή που τα είχε νοικιάσει από τους γονείς τους για εκατόν πενήντα ως τριακόσιες δραχμές το χρόνο. Ο «μάστορας» έβγαζε από τη δουλειά των παιδιών τα διπλά, και τοκίζοντας τοκογλυφικά αυτά τα κέρδη, πλούτιζε γρήγορα.
Την κακομοιριά και την αδικία αυτού του τρισάθλιου πάρε δώσε την ήξερε ο Μαρκέτος. «Μίλα, μωρέ διάολε!» είπε τώρα εκνευρισμένος όχι από το παιδί αλλά από το μέγεθος του προβλήματος, που του θύμιζε δυσάρεστα το πόσο περιορισμένες ήταν οι δυνάμεις του. «Μίλα, μωρέ. Τι έχεις;»
Ο μικρός, τρομοκρατημένος από τον απότομο τρόπο του αγνώστου, δυσκολεύτηκε πολύ μέχρι να πει τον πόνο του – πως δηλαδή του έλειπαν τέσσερις δεκάρες για να συμπληρώσει το δίφραγκο του «μάστορα» και αν γύριζε χωρίς το ολόκληρο ποσό θα έτρωγε πολύ ξύλο.
«Φέρε δω τη χούφτα σου, μωρέ!»
Του μέτρησε τις τέσσερις δεκάρες, το διάταξε να περάσει την άλλη από το γραφείο του που είχε κάτι ψώνια να του κουβαλήσει, και καβάλησε πάλι το ποδήλατό του. Δεν είχε καθόλου το γλυκό συναίσθημα πως είχε κάμει κάτι καλό – ερεθισμός τον κατείχε και οργή, που δεν έβρισκε εναντίον τίνος να στραφεί. Επιθυμούσε να τα αρπάξει όλα αυτά τα παιδιά, να τα ξεβρομίσει, να τα ντύσει, να τα στρώσει στο σχολείο και κατόπιν να τα αμολήσει οπλισμένα για να βρουν την προκοπή τους στον κόσμο. Ναι, υπήρχε κρίση οικονομική μεγάλη και οι γονείς τους, πολύτεκνοι, υπέφεραν στα διάφορα χωριά τους. Ναι, η σταφίδα που πριν έτρεφε τον κόσμο, έμενε τώρα απούλητη, και η φτώχεια τσάκιζε παντού. Γιατί όμως έπρεπε αυτά τα αδύνατα πλάσματα να αίρουν τις αμαρτίες του κόσμου; Ποιος τα είχε καταδικάσει; Ποιος έφταιγε για την κόλαση, όπου ζούσαν;