Η Λογοτεχνία είναι γραπτή ή προφορική καλλιτεχνία. Ειδικότερα, λογοτεχνικό κείμενο ονομάζεται το κείμενο που είναι (καλ-)αισθητικά /καλλιτεχνικά φορτισμένο και /ή αξιολογημένο.
Λογοτεχνία σημαίνει, με άλλα λόγια, (καλ-)αισθητικός /καλλιτεχνικός μετασχηματισμός της πραγματικότητας.
Τα θεμελιώδη γνωρίσματα της λογοτεχνίας είναι -σχηματικά- η μυθοπλασία, η (καλ-)αισθητική -καλλιτεχνική γλώσσα και η δομή (η εσωτερική οργάνωση) του λογοτεχνικού κειμένου.
Βασικά λογοτεχνικά γένη είναι η ποίηση, η πεζογραφία και το θέατρο.
Πηγή: Συγγραφική Ομάδα.
Ο επινοητικός –«φανταστικός» χαρακτήρας του λογοτεχνήματος. Ο λογοτέχνης (ποιητής, πεζογράφος, δραματουργός-θεατρικός συγγραφέας)
με βάση μια σειρά από παράγοντες (π.χ. τη φαντασία του, τη γενικότερη πνευματική -και ειδικότερη-
αισθητική του καλλιέργεια, τις πολιτικοϊδεολογικές πεποιθήσεις του, τη βιοθεωρία και κοσμοθεωρία του γενικότερα,
τα ερεθίσματα που δέχεται από το σύγχρονο, φυσικό, υλικοτεχνικό και κοινωνικό περιβάλλον, τη βούλησή του, προφανώς)
επινοεί τον τρόπο που θα εκφράσει τα συναισθήματα και τις ιδέες του (για ό,τι τον ευχαριστεί ή τον δυσαρεστεί, για ό,τι τον προβληματίζει,
υπαρξιακό ή κοινωνικό, για ό,τι αποτελεί το όραμά του για τον κόσμο, -συχνά όλα αυτά μαζί): δημιουργεί, δηλαδή, μια ανάλογη -γραπτή- γλώσσα και μιαν ανάλογη δομή,
η οποία θα εξωτερικεύσει καλλιτεχνικά τον εσωτερικό κόσμο του.
Πηγή: Συγγραφική Ομάδα.
Η καλλιτεχνική /λογοτεχνική γλώσσα παρεκκλίνει, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό (ανάλογα με την επιδεξιότητα του
χρήστη /του λογοτέχνη), από τη συνήθη, επικοινωνιακή, χρήση της (είτε αφορά στην καθημερινή -προφορική- ομιλία είτε στη γραπτή της έκφραση: π.χ. οποιοδήποτε χρηστικό
-εξωλογοτεχνικό κείμενο, έντυπο ή ψηφιακό∙ από το εγχειρίδιο χρήσης μιας τεχνικής συσκευής έως ένα επιστημονικό άρθρο ή άρθρο γνώμης και ένα ψηφιακό /ηλεκτρονικό γράμμα
/e-mail). H πρωτότυπη, λίγο ή πολύ, χρήση της (συχνά μέσω της ιδιαίτερης, συγκινησιακής /μεταφορικής λειτουργίας της) διαλύει τις γλωσσικές (κοινότοπες) συμβάσεις
(ως προς το λεξιλόγιο και τους γραμματικοσυντακτικούς κανόνες) και εμφανίζεται ως, πρωτίστως, (καλ-)αισθητική γλώσσα, ως ένα ενιαίο γλωσσικό αισθητικό σύνολο που
στοχεύει στην καλλιτεχνική συγκίνηση του αναγνώστη. Αυτή η -αποκλίνουσα από τη συνηθισμένη- χρήση της γλώσσας είναι η περίφημη «ανοικείωση», που όρισαν οι Ρώσοι
φορμαλιστές ως βασικό στοιχείο της «λογοτεχνικότητας» (δηλαδή, της ειδοποιού διαφοράς του λογοτεχνικού κειμένου από το μη λογοτεχνικό /εξωλογοτεχνικό /χρηστικό
κείμενο). Ή όπως το έγραψε ο Ρ. Γιάκομπσον (1896-1982), Ρώσος γλωσσολόγος και θεωρητικός της λογοτεχνίας, «ποίηση [λογοτεχνία] είναι η γλώσσα στην αισθητική της λειτουργία» (1921).
Πηγή: Συγγραφική Ομάδα.
Ο λογοτέχνης δημιουργεί μία, κατά το μάλλον ή ήττον, πρωτότυπη
παρουσίαση της ιστορίας που εκθέτει (πεζογραφία), των ηρώων που διαλέγονται (συνήθως, όχι πάντα, σε ορισμένο τόπο και χρόνο: δράμα -θεατρικό κείμενο),
των συναισθημάτων ή των ιδεών που εκφράζει σε έμμετρο ή μη ύφος (ποίηση). Οι αφηγηματικοί τρόποι και οι αφηγηματικές τεχνικές που εναλλάσσει (πεζογραφία),
το σκηνικό όπου τοποθετεί τα πρόσωπα να συνδιαλέγονται ή το πρόσωπο να μονολογεί και ο τρόπος που επιλέγει να παρουσιάσει τα εκτυλισσόμενα συμβάντα,
είτε της «εξωτερικής» είτε της «εσωτερικής» δράσης (δράμα -θεατρικό κείμενο), ο τρόπος και η σειρά που επιλέγει να εκθέσει τα συναισθήματά του /τις
ιδέες του είτε μιλώντας ο ίδιος είτε βάζοντας ένα άλλο (επινοημένο /φανταστικό) πρόσωπο να μιλάει σε στίχους (ποίηση), αποσκοπούν (ασχέτως αν αυτό
επιτυγχάνεται πολύ ή λίγο) στη μέγιστη δυνατή αισθητική συγκίνηση του αναγνώστη. Γι’ αυτό και συχνά, όχι πάντα, ο λογοτέχνης (είτε δημοσιεύει ένα
πεζογραφικό /αφηγηματικό κείμενο σε πεζό λόγο: πεζογράφος∙ είτε δημοσιεύει ένα δραματικό -θεατρικό κείμενο: δραματουργός -θεατρικός συγγραφέας∙ είτε
δημοσιεύει ένα ποιητικό -λυρικό κείμενο σε στίχους: ποιητής) αξιοποιεί τους διάφορους αναβαθμούς του (δραματικού) αναγνωστικού ενδιαφέροντος:
περιέργεια → αγωνία → έκπληξη. Είτε και οι τρεις (συνήθως στην πεζογραφία και στο δράμα) είτε κάποιος από αυτούς (συνήθως στην ποίηση, η έκπληξη,
που αφορά στο απροσδόκητο τέλος του ποιήματος) συχνά ενυπάρχουν στο λογοτεχνικό κείμενο (χωρίς, φυσικά, να σημαίνει ότι ο λογοτέχνης δημιουργεί
/γράφει με βάση τα προηγούμενα: ένα «αξιοπρεπές» λογοτεχνικό κείμενο ή ένα «αριστουργηματικό» λογοτεχνικό κείμενο έχει υπάρξει /υπάρχει /και
θα υπάρχει χωρίς, κατ’ ανάγκην, ν’ ακολουθεί αυτούς τους τρεις -ούτε καν έναν- αναβαθμούς του δραματικού ενδιαφέροντος. Εδώ, απλώς περιγράφουμε κάτι που συνήθως συμβαίνει στη λογοτεχνία).
Πηγή: Συγγραφική Ομάδα.
Η ποίηση διακρίνεται σε παραδοσιακή και μοντέρνα/νεοτερική. Καθεμιά έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, χωρίς η κατανομή των χαρακτηριστικών να είναι απόλυτη διότι, λόγου χάρη, χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ποίησης μπορεί να εμφανιστούν στη μοντέρνα για να εξυπηρετήσουν τις προθέσεις του ποιητή.
Τα παραδοσιακά ποιήματα διαθέτουν κατά κανόναν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούν να εμφανιστούν και σε νεοτερικά ποιήματα, εφόσον εξυπηρετούν τις προθέσεις του ποιητή.
Είδη της ποίησης που συναντούμε στο βιβλίο μας, είναι τα ακόλουθα:
Ο νεοτερικός ποιητής ακολουθεί ένα διαφορετικό τρόπο διάταξης του ποιητικού κειμένου. Συγκεκριμένα, δεν το κατανέμει σε «στιχοποιημένες» στροφικές ενότητες αλλά το αναπτύσσει σε συνεχή λόγο, δίνοντάς του εξωτερικά τη μορφή και την εικόνα που έχει ο πεζός λόγος. Αυτά, ακριβώς, τα ποιήματα που η εξωτερική τους τουλάχιστον μορφή θυμίζει και δίνει την εντύπωση πεζού λόγου, τα ονομάζουμε πεζόμορφα ποιήματα (μετάφραση του γαλλικού όρου poème en prose). Διατηρείται, όμως, η ποιητική γλώσσα, ο υπαινικτικός λόγος και ο εσωτερικός μουσικός ρυθμός. Τα πεζόμορφα ποιήματα έχουν σύντομη κειμενική έκταση. Ο Γ. Σεφέρης, ο Α. Εμπειρίκος και πολλοί άλλοι δημιουργοί πειραματίζονται με την πεζόμορφη ποίηση.
Οι όροι “δημοτική ποίηση” ή “δημοτικό τραγούδι” χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν ποιητικά κείμενα που δεν έχουν συγκεκριμένο δημιουργό, δεν ανήκουν δηλαδή στη λεγόμενη προσωπική ποίηση. Αντιθέτως, ο αρχικός τους δημιουργός παραμένει όχι απλά ανώνυμος αλλά άγνωστος και, συνήθως, τα θεωρούμε ποιητικές δημιουργίες του απλού λαού.
Στην αρχαιότητα, η λέξη επίγραμμα σήμαινε γενικά την επιγραφή, οποιοδήποτε κείμενο, ποιητικό ή πεζό, ήταν γραμμένο πάνω σε κάτι, π.χ.
σε κάποιο ανάθημα, σε ένα άγαλμα, ή σε έναν τάφο. Στη γραμματολογία ονομάζουμε επιγράμματα μόνο τις εξαιρετικά σύντομες ποιητικές
συνθέσεις, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο και τον προορισμό τους. Το επίγραμμα απαιτεί ποιητική μαστοριά, καθώς το νόημα πρέπει να
ολοκληρωθεί σε περιορισμένη έκταση, να διατυπωθεί επιγραμματικά, όπως λέμε, δηλαδή με μεγάλη συντομία και επιδεξιότητα. Στα αρχαϊκά
μάλιστα χρόνια πιο συνηθισμένα ήταν τα επιτάφια επιγράμματα, προορισμένα να χαραχτούν σε ταφικά μνημεία, όπου συχνά τα ανακαλύπτουν στις ανασκαφές οι αρχαιολόγοι.
Λυρικό ποίημα, συνήθως με κάποια έκταση. Κύρια χαρακτηριστικά του είναι η επιμελημένη στροφική οργάνωση, η έντονη επισημότητα, η μεγαλοπρέπεια στον τόνο και στο ύφος (που το κάνει πιο τελετουργικό), καθώς και τα υψηλά συναισθήματα και σκέψεις. π.χ. οι Ωδές του Ανδρέα Κάλβου.
Τραγούδι με το οποίο δοξάζεται κάποιος ήρωας ή θεός. Πρώιμα παραδείγματα είναι οι ομηρικοί ύμνοι προς τη Δήμητρα (περ. 7ος αιώνας π.Χ.) ή ο “Ύμνος εις την Ελευθερίαν” (1823) του Διονυσίου Σολωμού.
Όπως οι λέξεις ballade και “μπαλέτο”, έτσι και η “μπαλάντα” πηγάζει από το όψιμο λατινικό και ιταλικό ρήμα ballare [χορεύω]. Η μπαλάντα είναι ουσιαστικά ένα τραγούδι το οποίο αφηγείται μια ιστορία και αρχικά λειτουργούσε ως μουσική συνοδεία σε ένα χορό. Η μπαλάντα είναι ένα αφηγηματικό ποίημα στο οποίο συνήθως παρουσιάζεται μια δραματική ιστορία, συχνά με χαρακτήρα τραγικό ή και βίαιο. Υπάρχουν δύο είδη μπαλάντας: η λαϊκή και η λογοτεχνική.[...] ειδικά οι λογοτεχνικές μπαλάντες, έχουν σταθερή μορφή, η οποία περιλαμβάνει: τρεις στροφές ισόστιχες, που μπορεί να έχουν από οκτώ ως δώδεκα στίχους η καθεμιά, και μια τέταρτη στροφή τεσσάρων έως έξι στίχων, που λειτουργεί ως κατακλείδα και συμπυκνώνει όλο το νόημα του ποιήματος· επιπλέον, ο τελευταίος ή οι δύο τελευταίοι στίχοι σε κάθε στροφή είναι οι ίδιοι και λειτουργούν ως επωδός (refrain), ενώ σε ό,τι αφορά την ομοιοκαταληξία, συναντάμε πολλές παραλλαγές, με πιο συνηθισμένο σχήμα το αβαββγβΓ για τις τρεις στροφές και βγβΓ για την κατακλείδα.[...] Σε ό,τι αφορά τη νεοελληνική ποίηση, μπαλάντες έχουν γράψει ο Γ. Μ. Βιζυηνός, ο οποίος μάλιστα χρησιμοποιούσε τον όρο "βαλλίσματα", καθώς και οι Ιωάννης Πολέμης, Κωστής Παλαμάς, Παύλος Νιρβάνας, Ιωάννης Γρυπάρης, Μιλτιάδης Μαλακάσης και ο Κ. Γ. Καρυωτάκης.
Ο όρος προέρχεται από την ιταλική λέξη sonetto, που σημαίνει “μικρός ήχος” ή “τραγούδι”. Αν εξαιρέσουμε το συντομευμένο σονέτο, το κοινό σονέτο αποτελείται από δεκατέσσερις στίχους, συνήθως ιαμβικούς πεντάμετρους, με πολλές παραλλαγές ως προς την ομοιοκαταληξία.
Ο στίχος παράγραφος ή verset είναι εκείνη η μορφή όπου το κείμενο οργανώνεται σε παραγράφους συνήθως δύο ή τριών αράδων, που χωρίζονται μεταξύ τους με τυπογραφικό κενό. Verset έχουν γράψει ο Γ. Σεφέρης και ο Τ. Σινόπουλος.
Παραθέτουμε βασικά είδη της πεζογραφίας, με δύο επισημάνσεις: α) όσο τα επιστημονικοτεχνικά μέσα (π.χ. ψηφιακή τεχνολογία, Διαδίκτυο, Τεχνητή Νοημοσύνη, Ρομποτική κ.ο.κ.) εξελίσσονται, τόσο δημιουργούνται και νέα («υβριδικά» μέχρι στιγμής) λογοτεχνικά κείμενα και είδη∙ β) είναι προφανές ότι η αναγραφή του αριθμού των σελίδων είναι συμβατική και περιγράφει αυτό που, σχηματικά, ισχύει έως σήμερα.
Μαζί με τη νουβέλα και το μυθιστόρημα, το διήγημα είναι ένα από τα τρία βασικά είδη της αφηγηματικής πεζογραφίας. Είναι σύντομο (έως 30/40 σελίδες περίπου), λιτό και πυκνό ταυτόχρονα, επικεντρώνεται συνήθως γύρω από ένα βασικό γεγονός, με έναν κεντρικό ήρωα, και μπορεί να περιλαμβάνει δευτερεύοντα πρόσωπα ή πολύ σύντομα επεισόδια που στοχεύουν να φωτίσουν το βασικό γεγονός ή να συμπληρώσουν την ψυχογραφία του πρωταγωνιστή. Ανάλογα με το θέμα τους, τα διηγήματα διακρίνονται σε ηθογραφικά, ρεαλιστικά, κοινωνικά, ιστορικά, ψυχολογικά, αστυνομικά κτλ. Το σύγχρονο διήγημα συχνά αμφισβητεί τα παραδοσιακά γνωρίσματα του είδους.
Μαζί με το διήγημα και το μυθιστόρημα, η νουβέλα είναι ένα από τα τρία βασικά είδη της αφηγηματικής πεζογραφίας. Η νουβέλα τοποθετείται μεταξύ των δύο άλλων ειδών, ως εκτενέστερη από το διήγημα και συντομότερη από το μυθιστόρημα (από 30/40 σελίδες έως 100/150 σελίδες περίπου). Εξιστορεί κυρίως γεγονότα της σύγχρονής της κοινωνικής πραγματικότητας, με έμφαση στην ηθογράφηση και την ψυχογράφηση των χαρακτήρων αλλά δεν εμβαθύνει εξίσου στην πλοκή και στα επεισόδια που αφηγείται. Η δομή της είναι πιο περίπλοκη από εκείνη του διηγήματος αλλά απέχει αρκετά απ’ την ευρύτητα και το περίτεχνο ενός μυθιστορήματος.
Μαζί με το διήγημα και τη νουβέλα, το μυθιστόρημα είναι ένα από τα τρία βασικά είδη της αφηγηματικής πεζογραφίας. Πρόκειται για μια εκτεταμένη (πολυσέλιδη) αφήγηση (από 100/150 σελίδες έως «άπειρες»: π.χ. πολύτομο μυθιστόρημα) με βασικά χαρακτηριστικά α) τον εκτεταμένο, πολυεπεισοδιακό, πολύπτυχο και πολύπλοκο μύθο, β) τη διαπλοκή διάφορων επιπέδων χρόνου και χώρου στην αφήγηση, με συνακόλουθη πολυδιάσπαση της αφηγηματικής δράσης, γ) το πλήθος των προσώπων, που διαγράφονται με πληρότητα και αποτελούν προϋπόθεση για συχνότερες και εντονότερες καταστάσεις συγκρούσεων.
Πεζογραφήματα εξαιρετικής συντομίας αλλά και υψηλής έντασης, οι μικροαφηγήσεις γνωρίζουν μεγάλη ανάπτυξη τις τελευταίες δεκαετίες και συνιστούν, θα έλεγε κανείς, μια δεσπόζουσα τάση στον χώρο της πεζογραφικής λογοτεχνικής έκφρασης. […] Ο ρόλος του διαδικτύου και γενικότερα των σύγχρονων τεχνολογικών εξελίξεων φαίνεται πως επιδρά καθοριστικά στην εξέλιξη του είδους, καθώς επιτρέπει όχι μόνο την ταχύτερη διάδοσή του, αλλά και τον συνεχή πειραματισμό της γραφής του. […] <είναι> ένα σύγχρονο πολιτισμικό φαινόμενο, το οποίο, όπως έχει υποστηριχθεί, καλεί τον σύγχρονο αναγνώστη να αναστοχαστεί πάνω στην έννοια και τα όρια της αφήγησης.
Χαρακτηριστικά της μικροαφήγησης:
● η συντομία και η περιορισμένη έκτασή της.
● η προσεκτική επιλογή των λέξεων και η ακρίβεια της διατύπωσης.
● Η αισθητική της αξία εξαρτάται άμεσα από τον βαθμό συνοχής της αφήγησης και την αποτελεσματικότητα της συμπύκνωσής της.
● Η έμφαση κατά κανόνα δίνεται σε μια αφήγηση που «δείχνει» περισσότερα από όσα «λέει», με στόχο την επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής αφαίρεσης. […] η τάση αυτή αντικατοπτρίζεται τόσο στην επιλογή των χαρακτήρων (συνήθως απρόσωποι και επίπεδοι ήρωες, οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά των οποίων προκύπτουν έμμεσα, από τα συμφραζόμενα της αφήγησης) όσο και στη χρησιμοποίηση ακαθόριστων και ασαφών σκηνικών. Άλλες φορές πάλι εκείνο που προέχει είναι η εστίαση σε μια συγκεκριμένη στιγμή ή σε ένα αντικείμενο που μπορεί να αποκτήσει συμβολικές διαστάσεις για τον αφηγητή και τα πρόσωπα.
● <Συχνά το τέλος περιέχει μία ανατροπή>.
[Πηγές:
Για τις μικροαφηγήσεις
και
Συντομία και αφαίρεση]
Η βιογραφία είναι αφενός γραπτός απολογισμός της ζωής ενός ατόμου, αφετέρου κλάδος της Ιστορίας. Η μυθιστορηματική βιογραφία είναι η παρουσίαση του βίου και του έργου / της δράσης
ενός προσώπου (άντρα ή γυναίκας), συνήθως «δημόσιου» (π.χ. καλλιτέχνη / λογοτέχνη, επιστήμονα, πολιτικού, στρατιωτικού κ.ά.), η οποία γίνεται με τρόπο μυθιστορηματικό. Δηλαδή,
ο συγγραφέας αυτού του (εξωλογοτεχνικού) κειμενικού είδους αξιοποιεί τα πραγματικά (ιστορικά) δεδομένα της ζωής του (βιογραφούμενου) προσώπου, αναμειγνύοντάς τα με τη μυθοπλασία,
ιδίως εκεί, όπου υπάρχουν ιστορικά «κενά». Ο βιογράφος επινοεί, σε κάποια σημεία της αφήγησής του, σκηνές (π.χ. περιγραφές) σχετικές με το χαρακτήρα ή τη δράση του (βιογραφούμενου)
προσώπου. Επίσης, η γλώσσα /το ύφος προσομοιάζει στη λογοτεχνική γλώσσα / στο λογοτεχνικό ύφος (π.χ. συγκινησιακή / μεταφορική γλώσσα). Ακόμη και η δομή του κειμένου εμφανίζει
ομοιότητες μ’ ένα λογοτεχνικό πεζογράφημα (π.χ. η αφήγηση δεν αρχίζει από την αρχή της ιστορίας αλλά από ένα μεταγενέστερο χρονικό σημείο της: αρχή της αφήγησης in medias res,
αναδρομές κ.ο.κ.). Η μυθιστορηματική βιογραφία, όσο κι αν έχει λογοτεχνικές αρετές, τυπικά ανήκει στα μη λογοτεχνικά κείμενα (=εξωλογοτεχνικά -χρηστικά κείμενα), αφού η
πρόθεση του συγγραφέα-βιογράφου είναι να εξιστορήσει, όχι να μετασχηματίσει λογοτεχνικά / καλλιτεχνικά την πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μυθιστορηματικής βιογραφίας
αποτελεί το κείμενο του Μιχ. Περάνθη (1917-1984) Ο κοσμοκαλόγερος (1948), μυθιστορηματική βιογραφία του Αλ. Παπαδιαμάντη.
*Σημείωση
Το βιογραφικό μυθιστόρημα, εν αντιθέσει προς τη μυθιστορηματική βιογραφία, είναι λογοτεχνικό (αφηγηματικό) κείμενο: είναι μυθιστόρημα∙ δηλαδή, επινοημένη - μυθοπλαστική
(«φανταστική») ιστορία, σε γλώσσα λογοτεχνική, η οποία αφορά στη ζωή και τη δράση ενός προσώπου (πραγματικού ή επινοημένου). Με λίγα λόγια, πρόκειται για λογοτεχνικό / καλλιτεχνικό
μετασχηματισμό της πραγματικότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα βιογραφικού (ιστορικού) μυθιστορήματος αποτελεί ο Βίος και πολιτεία του Ανδρέα Ρουσάνου (2000) του Άγγελου Σ. Βλάχου (1915-2003).
Πηγή: Συγγραφική ομάδα.
Η αυτοβιογραφία είναι μια αφήγηση σε πεζό λόγο που πραγματεύεται τον βίο ενός συγκεκριμένου, υπαρκτού προσώπου. Συγγραφέας, αφηγητής και κύριος χαρακτήρας
ταυτίζονται και η οπτική γωνία είναι η εκ των υστέρων. Ήδη από τον ορι σμό αυτόν είναι εμφανή τα βασικά ζητήματα που εγείρει το είδος της αυτοβιογραφίας:
η αυτοβιογραφία πραγμα τεύεται τον βίο ενός υπαρκτού προσώπου, αφού ο συγγραφέας αναλαμβάνει την υποχρέωση να ανασυστήσει τα ιστορικά γεγονότα, ενώ ανάλογες
είναι οι προσδοκίες του αναγνωστικού κοινού, το οποίο διαβάζει μια αυτοβιογραφία για να μάθει τη ζωή του συγκεκριμένου προσώπου «όπως πράγματι υπήρξε».
Η αξίωση αυτή καθιστά την αυτοβιογραφία ένα αναφορικό είδος. […] Χαρακτηριστικό της αυτοβιογραφίας αποτελεί, επίσης, το γεγονός ότι ο αυτοβιογραφούμενος
υιοθετεί εξ ορισμού μια εκ των υστέρων οπτική: είναι καταστατικός ο ρόλος της διαδι κασίας της ενθύμησης, ο οποίος ενίοτε αντιμετωπίζεται κριτικά. [...]
Με άξονα αυτά τα χαρακτηριστικά η αυτο βιογραφία μπορεί να θεωρηθεί ως το λίκνο του νεωτερικού (modern) υποκειμένου, το οποίο γράφοντας βγαίνει από την
ανωνυμία, συνειδητοποιεί την ύπαρξή του και τη θεματοποιεί. Επειδή είναι ταυτόχρονα και το υπο κείμενο και το αντικείμενο αυτοαξιολόγησης και αναστοχασμού,
το νεωτερικό υποκείμενο χρησιμοποιεί την αυτοβιογραφία ως τη σκηνή στην οποία εκθέτει τις αντιφάσεις και τους προβληματισμούς του.
Πηγή: Χρυσανθόπουλος, Μ.,
Βασιλειάδης, Β., Δεληβοριά, Γ., & Τικτοπούλου, Α. (2015). Aυτοβιογραφία: μεταξύ Iστορίας και Λογοτεχνίας στον 19ο αιώνα. Κάλλιπος. Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις,
13. Ανακτήθηκε 11-01-2024: https://repository.kallipos.gr/handle/11419/3349.
Ο όρος απομνημονεύματα χρησιμοποιείται για να δηλώσει κάθε έργο στο οποίο ο συγγραφέας αφηγείται ένα μέρος από τη ζωή του που συνήθως έχει
να κάνει με τη συμμετοχή του σε σημαντικά γεγονότα της εποχής του, π.χ. τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, τα Απομνημονεύματα του Νικόλαου Κασομούλη κ.ά.
Πηγή: Cuddon, J. A. (2010). Λεξικό λογοτεχνικών όρων και θεωρίας λογοτεχνίας. (Γ. Παρίσης, Μ. Λιάπη, μτφρ. -επιστ. επιμ.). Αθήνα: Μεταίχμιο, σ.62.
Πρόκειται για δοκίμιο καταγραφής σκέψεων του συγγραφέα πάνω σε ένα θέμα. Στο στοχαστικό δοκίμιο με φαντασία, λογοτεχνική διάθεση και ποιητική γλώσσα ο/η
συγγραφέας περιδιαβάζει ελεύθερα στον χώρο των ιδεών.
Πηγή: Συγγραφική ομάδα.
Το εικονογραφημένο μυθιστόρημα αποτελεί ένα διαφορετικό είδος αφηγηματικής μυθοπλασίας που συνδυάζει γραπτό λόγο και εικόνα.
Στο εικονογραφημένο μυθιστόρημα (μετάφραση του όρου στα αγγλικά: graphic novel) χρησιμοποιείται η αφηγηματική γλώσσα των κόμικς.
Ως προς την έκταση, ο ελάχιστος αριθμός σελίδων θα πρέπει να είναι οι 150, ο ίδιος αριθμός που διαχωρίζει στον χώρο της λογοτεχνίας ένα «μυθιστόρημα» από μία «νουβέλα».
Πηγές: Συγγραφική ομάδα και Κρητικός, Πάνος - Σαμπανίκου, Εύη. «Graphic novel: Ένα νέο αφηγηματικό είδος;» Σελιδοδείκτες, Πολυμεσικός οδηγός για τη λογοτεχνία και την ανάγνωση.
Σύντομο πεζό κείμενο που κινείται ανάμεσα στη δημοσιογραφία και στη λογοτεχνία, αντλεί τα θέματά του από την καθημερινή ζωή και συνήθως φιλοξενείται σε μόνιμη στήλη της εφημερίδας. Εύληπτο ανάγνωσμα που διακρίνεται για την περιεκτικότητά του και τον επικαιρικό και συχνά δηκτικό του χαρακτήρα. Πηγή: Μητσάκης Κ. & Δεσποτίδης, Αντ. (2007). «Χρονογράφημα». Στο Λεξικό της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα. Έργα. Ρεύματα. Όροι. Αθήνα: εκδόσεις Πατάκη, σ. 2390.
Εκτός από τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη, σημαντικές νεοελληνικές τραγωδίες παρήγαγε το κρητικό θέατρο της Αναγέννησης και του Μπαρόκ (π.χ. Ερωφίλη του Γεώργιου Χορτάτση). Οι ελληνικές τραγωδίες στις αρχές του 19ου αιώνα έχουν συνήθως γαλλικά και ιταλικά πρότυπα (πχ. Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Ιωάννης Ζαμπέλιος), καθώς γαλλικές και ιταλικές τραγωδίες μεταφράστηκαν κατά κόρον στα ελληνικά τον 18ο και 19ο αιώνα. Το νεοελληνικό θέατρο γρήγορα ανέπτυξε την αυτονομία του, ενώ οι μεσοπολεμικές και μεταπολεμικές τραγωδίες πραγματεύονται αρκετές φορές πατριωτικά θέματα (π.χ. Βασίλης Ρώτας, Σπύρος Μελάς, Γεώργιος Θεοτοκάς κ.ά.)
Πηγή: Διαμαντοπούλου, Λ. (2016). Λογοτεχνικά γένη και είδη [Κεφάλαιο]. Στο Παππάς, Φ., Κατσιγιάννης, Α., & Διαμαντοπούλου, Λ. (2016).
Εισαγωγή στη Νεοελληνική Φιλολογία [Προπτυχιακό εγχειρίδιο]. Κάλλιπος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις.
https://hdl.handle.net/11419/6433 σ. 39.
Η κωμωδία έχει στόχο να καυτηριάσει με τρόπο σατιρικό τα κακώς κείμενα. Στη νεοελληνική λογοτεχνία εμφανίζονται κωμωδίες στη βενετοκρατούμενη Κρήτη,
στο περιβάλλον της ιταλικής Αναγέννησης (commedia erudita, commedia dell’arte, commedia ridicolosa), με τυπικούς κωμικούς χαρακτήρες (π.χ. στον Φορτουνάτο
του Μάρκου Αντώνιου Φόσκολου, στον Κατζούρμπο του Γεωργίου Χορτάτζη).
Πηγή: Διαμαντοπούλου, Λ. (2016). Λογοτεχνικά γένη και είδη [Κεφάλαιο]. Στο Παππάς,
Φ., Κατσιγιάννης, Α., & Διαμαντοπούλου, Λ. (2016). Εισαγωγή στη Νεοελληνική Φιλολογία [Προπτυχιακό εγχειρίδιο]. Κάλλιπος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις.
https://hdl.handle.net/11419/6433
σ. 39.
Ο όρος ανήκει στον Γρηγόριο Ξενόπουλο («Το θέατρο των Ιδεών και ο Δ. Π. Ταγκόπουλος», 1920). Είναι η ελληνική εκδοχή του όρου «Θεατρικό έργο με θέση» / «Στρατευμένο θέατρο» / «Ιδεολογικό θέατρο». Ο θεατρικός συγγραφέας, μέσω των θεατρικών προσώπων, εκφράζει τις κοινωνικοπολιτικές, ιδεολογικές πεποιθήσεις του. Λόγου χάρη, στηλιτεύει την κοινωνική εκμετάλλευση, την αδικία, τα διάφορα ηθικά ελαττώματα, την κοινωνική υποκρισία, πλάθοντας ανάλογους χαρακτήρες. Κυριαρχεί, ουσιαστικά, η ιδεολογική πειθώ σ’ αυτό το είδος θεάτρου.
Πηγές:
-Για τον όρο «Θέατρο ιδεών» («Θεατρικό έργο με θέση» - «Στρατευμένη λογοτεχνία») Γραμματάς, Θόδωρος (1992). «Το “Θέατρο ιδεών” του Δ. Ταγκόπουλου». Στο: Δημήτριος Ταγκόπουλος,
Οι αλυσίδες, Αθήνα: Δωδώνη, σ. 13-19.
-Cuddon, J. A. (2010). «Θεατρικό έργο με θέση». Στο: Λεξικό λογοτεχνικών όρων και θεωρίας λογοτεχνίας. (Γ. Παρίσης, Μ. Λιάπη, μτφρ. -επιστ. επιμ.). Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 217-218.
-Για τον όρο «Στρατευμένη λογοτεχνία» (στην οποία ανήκει, κατ’ ουσίαν, το «Θέατρο ιδεών») Παρίσης, Ιωάννης και Παρίσης, Νικήτας (2004). «Στρατευμένη λογοτεχνία». Λεξικό λογοτεχνικών όρων,
Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων [=Ο.Ε.Δ.Β.], σ. 170-171.