Αλληγορικό χαρακτηρίζεται ένα κείμενο (ποιητικό ή αφηγηματικό), το οποίο λειτουργεί σε ένα μεταφορικό επίπεδο, δηλαδή υπονοεί κάτι
βαθύτερο από αυτό που δείχνει σε μια πρώτη ανάγνωση. Ήδη από τα αρχαία χρόνια εμφανίζεται η αλληγορία. Για παράδειγμα, οι μύθοι του
Αισώπου ή ο πλατωνικός μύθος του σπηλαίου ή οι βιβλικές παραβολές είναι, ουσιαστικά, αλληγορίες /αλληγορικά κείμενα. Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αλληγορίας στη νεοελληνική λογοτεχνία /ποίηση είναι η «Ιθάκη» του Καβάφη.
Πηγή: Cuddon J.A. (2010). Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων και θεωρίας λογοτεχνίας (Γ. Παρίσης Μ. Λιάπη, μτφρ. - επιστ. επιμ.). Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 36-39.
Αν θεωρήσουμε ότι η λογοτεχνία είναι μια μορφή επικοινωνίας, […], τότε οι πιο σημαντικοί παράγοντες αυτής της ιδιόμορφης οπωσδήποτε επικοινωνίας είναι
τρεις: ο συγγραφέας, το κείμενο και ο αναγνώστης. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, ως κεντρικό παράγοντα στη λογοτεχνική επικοινωνία θεωρούσαμε
τον συγγραφέα και το ενδιαφέρον των μελετητών στρεφόταν γύρω από αυτόν. Στη συνέχεια, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρέθηκε το κείμενο, που
από ένα σημείο και μετά θεωρήθηκε αυτόνομο και ανεξάρτητο από το δημιουργό του. Τέλος, από τη δεκαετία του 1960 και μετά, την πρωτοκαθεδρία
έχει χωρίς αμφιβολία ο αναγνώστης. Πράγματι, γύρω από τον αναγνώστη και την ανάγνωση αναπτύχθηκε τα τελευταία τριάντα περίπου χρόνια μια
ολόκληρη σειρά θεωριών, τις οποίες συνοπτικά ονομάζουμε αναγνωστικές θεωρίες. Σύμφωνα με αυτές, [...] η ανάγνωση είναι μια καθαρά
δημιουργική διαδικασία, μέσα από την οποία ο αναγνώστης δίνει ένα συγκεκριμένο νόημα στο κείμενο που διαβάζει. […] Σήμερα πιστεύουμε
ότι η αναγνωστική πράξη είναι ένας συνδυασμός πολλών παραγόντων. Ορισμένοι από αυτούς είναι οι εξής: — το ίδιο το κείμενο, που ως ένα
βαθμό κατευθύνει τον αναγνώστη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι του στερεί κάθε ελευθερία — ο ψυχισμός του αναγνώστη — οι γνώσεις και οι
εμπειρίες του αναγνώστη σε σχέση τόσο με τον πραγματικό κόσμο όσο και με τη λογοτεχνία.
Πηγή: Παρίσης, Ι., Παρίσης, Ν. Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων. Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού/ΙΤΥΕ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ».
Είναι η έκφραση ενός συγκεκριμένου συναισθήματος (του λογοτέχνη /ποιητή) μέσω της αναφοράς σε συγκεκριμένα αντικείμενα ή σε συγκεκριμένες καταστάσεις (σύγχρονες ή παρελθοντικές:
π.χ. ιστορικές, μυθικές), έτσι ώστε αυτά /αυτές να ανακαλούν αμέσως στο νου του αναγνώστη αυτό το συγκεκριμένο συναίσθημα.
Ο Αμερικανός ποιητής, δραματουργός και κριτικός λογοτεχνίας, Τ. Σ. Έλιοτ (1888-1965) χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο (έχοντάς τον «δανειστεί» από τον Αμερικανό ζωγράφο και ποιητή
Ουάσινγκτον Άλστον [1779-1843]) σε μία μελέτη του για τον (σαιξπηρικό) Άμλετ (1919). Ο όρος διαδόθηκε ευρέως από την αμερικανική «Νέα Κριτική» (= σχολή μελέτης και κριτικής
της λογοτεχνίας), η οποία αποστρεφόταν την έκφραση αφηρημένων συναισθημάτων μέσω της χρήσης εξίσου αφηρημένων (μεταφορικών) εικόνων.
Στην Ελλάδα, ο όρος κατέστη γνωστός από τον Γ. Σεφέρη (1900-1971), λάτρη του ελιοτικού έργου. Ο Σεφέρης μεταφράζει με τον ακόλουθο τρόπο το συγκεκριμένο όρο του Τ. Σ. Έλιοτ: «“Ο
μόνος τρόπος να εκφράσουμε τη συγκίνησή μας με τη μορφή της τέχνης είναι να βρούμε μιαν ′αντικειμενική συστοιχία′∙ με άλλες λέξεις, ένα σύνολο αντικειμένων, μια κατάσταση, μιαν
αλληλουχία περιστατικών που θα είναι ο τύπος (η φόρμουλα) αυτής της ειδικής συγκίνησης με τέτοιον τρόπο, που όταν τα εξωτερικά γεγονότα, που πρέπει να καταλήξουν στον ερεθισμό
των αισθήσεων, δοθούν, η συγκίνηση να παρουσιάζεται αμέσως”».
Πηγή: [Γιώργος Σεφέρης (1984/ 11944). «Κ. Π. Καβάφης, Θ. Σ. Έλιοτ∙ παράλληλοι», στο: Δοκιμές, πρώτος τόμος (1936-1947). Αθήνα: Ίκαρος, σ. 347].
Ο Ν. Βαγενάς (γ. 1945), νεοελληνιστής, θεωρητικός λογοτεχνίας και ποιητής, εξηγεί με τον ακόλουθο τρόπο την «Αντικειμενική συστοιχία»:
«[…] Με άλλα λόγια, η αντικειμενική συστοιχία είναι ένα εξωτερικό, απτό ή οπτικό στοιχείο, που βοηθάει στην καλύτερη, καθαρότερη, εναργέστερη έκφραση της συγκίνησης που θέλει να μεταδώσει
ο ποιητής. Σύμφωνα λοιπόν με τον ορισμό του Έλιοτ, τα όρια της αντικειμενικής συστοιχίας είναι απέραντα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι, σε τελευταία ανάλυση, η αντικειμενική συστοιχία,
με τη γενική της έννοια, δεν είναι παρά μια άλλη ονομασία γι’ αυτό το οποίο στην τέχνη αποκαλούμε μορφή, αφού η μορφή είναι αυτή που δίνει ορατό σχήμα στην εσωτερική κατάσταση που
αποτελεί η συγκίνηση. Με μιαν ειδικότερη βέβαια έννοια η αντικειμενική συστοιχία είναι κάτι πιο συγκεκριμένο. Μπορεί να είναι και μια εικόνα ή ένας συνδυασμός εικόνων, μια παρομοίωση,
μια μεταφορά. Όταν ο Έλιοτ παρουσιάζει τον Προύφροκ να λέει, με την περίφημη φράση του, μέτρησα τη ζωή μου με το κουταλάκι του καφέ, ή όταν ο Καρυωτάκης περιγράφει ορισμένους ανθρώπους
σαν ξεχαρβαλωμένες κιθάρες, μιαν αντικειμενική συστοιχία χρησιμοποιούν».
Πηγή: Νάσος Βαγενάς (1994). «Αντικειμενική συστοιχία και μυθική μέθοδος». Στο: Η ειρωνική γλώσσα. Κριτικές μελέτες για τη νεοελληνική γραμματεία. Αθήνα: Στιγμή, σ. 58.
Στη λογοτεχνία, ο όρος αυτός σημαίνει την αναφορά του καλλιτέχνη /λογοτέχνη στον εαυτό του (ως καλλιτέχνη) ακόμη και την αναφορά του λογοτεχνικού κειμένου στον εαυτό του (π.χ. τα διάφορα ποιήματα ποιητικής). Ο λογοτέχνης στο (λογοτεχνικό) κείμενό του, στοχάζεται γύρω από το νόημα της τέχνης (και της λογοτεχνίας ειδικότερα), διατυπώνει τις απόψεις του για τη φύση της καλλιτεχνικής /λογοτεχνικής δημιουργίας κ.ο.κ. Ειδικά οι μοντερνιστές λογοτέχνες, ξένοι και Έλληνες, ασχολήθηκαν σε διάφορα λογοτεχνικά κείμενά τους (είτε πεζά είτε ποιητικά είτε θεατρικά) με το ζήτημα της καλλιτεχνικής /λογοτεχνικής έμπνευσης και γραφής. Εν ολίγοις, η (λογοτεχνική) αυτοαναφορικότητα ισοδυναμεί με την καλλιτεχνική /λογοτεχνική αυτοσυνείδηση, όπως αυτή έχει αποτυπωθεί γραπτώς σε ένα λογοτέχνημα.
Πηγή: Συγγραφική ομάδα.
Πρόκειται για γερμανικό όρο. Σημαίνει: «μυθιστόρημα διαμόρφωσης» (της προσωπικότητας ενός ήρωα)/«διαμορφωτικό μυθιστόρημα»/«μυθιστόρημα διάπλασης»/«μυθιστόρημα μαθητείας».
Παρουσιάζεται η ζωή ενός ήρωα από τη νεανική (παιδική/εφηβική) ηλικία έως την ενηλικίωσή του/ωριμότητά του. Στη διάρκεια αυτής της πορείας, ο ήρωας συνειδητοποιεί τον εαυτό
του και τον κόσμο γύρω του, προσπαθώντας να βρει την ταυτότητα και τον ρόλο του μέσα σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον που θέτει, μέσω ποικίλων ερεθισμάτων, προβληματισμούς και
εμπόδια ως προς την ευόδωση των στόχων του. Στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία /πεζογραφία χαρακτηριστικό παράδειγμα του Bildungsroman είναι το έργο του Γκαίτε (1749-1832)
Χρόνια της μαθητείας του Γουλιέλμου Μάιστερ (1795-1796). Υποκατηγορία του Bildungsroman αποτελεί το Kϋnstlerroman (= «μυθιστόρημα διαμόρφωσης/διάπλασης του καλλιτέχνη»).
Σ’ αυτό, ο ήρωας είναι ένας, υπό διαμόρφωση, καλλιτέχνης (π.χ. λογοτέχνης, μουσικός), του οποίου παρουσιάζεται η ζωή από τα νεανικά του χρόνια μέχρι την ωριμότητα. Στη διάρκεια αυτή,
ο ήρωας συνειδητοποιεί το (καλλιτεχνικό) ταλέντο του και αγωνίζεται να το πραγματώσει. Ενδεικτικά έργα αυτής της υποκατηγορίας είναι τα: Αναζητώντας το χαμένο χρόνο (1913-1927) του
Μ. Προυστ, Το πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία (1914-1915) του Τ. Τζόυς, Τόνιο Κρέγκερ (1903) του Τ. Μαν κ.ά. Όσον αφορά στη νεοελληνική λογοτεχνία/πεζογραφία, ενδεικτικά
έργα της κατηγορίας Bildungsroman είναι η Eroica (1938) του Κ. Πολίτη και ο Λεωνής (1940) του Γ. Θεοτοκά.
Πηγή: Cuddon J.A. (2010). Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων και θεωρίας λογοτεχνίας (Γ. Παρίσης Μ. Λιάπη, μτφρ. επιστ. επιμ.). Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 660-661.
Υβριδικό είδος. Πρόκειται για την προσπάθεια μετασχηματισμού του περιεχομένου και των εικόνων ενός ποιήματος σε βίντεο που συνδυάζει τον λόγο, την εικόνα και τον ήχο. «Η βιντεοποίηση ή ταινία ποίησης μπορεί να είναι ένα ντοκιμαντέρ στο οποίο ακούτε, διαβάζετε ή βλέπετε ένα ποίημα. Μπορεί να είναι σχεδιοκίνηση που λειτουργεί με το ποίημα. Μπορεί επίσης το ποίημα να εμφανίζεται και σε μια ταινία μεγάλου μήκους, ενσωματωμένο στον διάλογο». Thomas Zandegiacomo, καλλιτεχνικός διευθυντής του ZEBRA Poetry Film Festival Berlin. Πηγή: Συγγραφική ομάδα και Poetry Moves Festival.
Ο όρος επινοήθηκε από την Julia Kristeva το 1966 για να δηλώσει την αλληλεξάρτηση των λογοτεχνικών κειμένων, τη σχέση αλληλεξάρτησης που υπάρχει ανάμεσα σ’ ένα οποιοδήποτε
λογοτεχνικό κείμενο και σε όλα τα προγενέστερά του. Σύμφωνα με την Kristeva, το λογοτεχνικό κείμενο δεν συνιστά μεμονωμένο φαινόμενο αλλά δημιουργείται μέσα από ένα μωσαϊκό
παραπομπών· κάθε κείμενο είναι “απορρόφηση και μετασχηματισμός ενός άλλου”.[...]
Πηγή: Cuddon J.A. (2010). Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων και θεωρίας λογοτεχνίας (Γ. Παρίσης Μ. Λιάπη, μτφρ. επιστ. επιμ.). Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 124.
Σύμφωνα με τη θεωρία της διακειμενικότητας τα λογοτεχνικά κείμενα δεν αναφέρονται απαραίτητα στην εξωτερική πραγματικότητα αλλά σε πολλές περιπτώσεις αναφέρονται άμεσα σε
άλλα κείμενα. Γεννιέται έτσι η έννοια του διακειμένου, των διάφορων δηλαδή κειμενικών στοιχείων τα οποία μπορούμε να εντοπίσουμε σε περισσότερα από ένα λογοτεχνικά έργα.
Όταν λέμε ότι τα κείμενα μιλούν για άλλα κείμενα, δεν πρέπει να μας έρχονται απαραίτητα στο νου οι επιδράσεις που ασφαλώς υπάρχουν μεταξύ λογοτεχνών. Σύμφωνα με τη θεωρία
της διακειμενικότητας, είναι πολύ πιθανό δύο κείμενα να συνδέονται μεταξύ τους χωρίς να το έχουν συνειδητοποιήσει οι δημιουργοί τους (π.χ. μπορεί να αγνοούσαν ο ένας την
ύπαρξη του άλλου τη στιγμή που έγραφαν τα έργα τους ή να πρόκειται για κείμενα δύο εντελώς διαφορετικών εποχών κτλ.). Μ' άλλα λόγια, είναι δυνατόν τα κείμενα να «συνομιλούν»
μεταξύ τους, ανεξάρτητα από τη θέληση ή τους αρχικούς στόχους των δημιουργών τους. Συνεπώς, καθήκον του αναγνώστη και, κυρίως, του μελετητή είναι να μπορέσει να εξηγήσει
αυτή τη συνομιλία και στη συνέχεια να ελέγξει κατά πόσον επηρεάζεται από αυτήν η ερμηνεία του κάθε κειμένου. Για να το επιτύχει αυτό, θα πρέπει όχι μόνο να αναλύσει το
κάθε κείμενο καθαυτό ή σε σχέση με την εξωκειμενική πραγματικότητα, αλλά να επιχειρήσει τη λεγόμενη διακειμενική ανάγνωση και ερμηνεία· να επιχειρήσει, δηλαδή, μια
παράλληλη προσέγγιση των δύο (ή και περισσότερων) κειμένων, προκειμένου να καταδείξει καταρχήν τη σχέση που υπάρχει μεταξύ τους και στη συνέχεια να την ερμηνεύσει.
Πηγή: Παρίσης, Ι., Παρίσης, Ν. Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων. Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού/ΙΤΥΕ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ».
Το προφανές αδύνατο της ουτοπίας γέννησε το αντίστροφό της, την αντιουτοπία ή «δυστοπία». Τα δυστοπικά λογοτεχνικά έργα παρουσιάζουν
ένα καταθλιπτικό όραμα για το μέλλον, προβλέψεις για την επικείμενη καταστροφή του κόσμου καθώς και εφιαλτικές σκηνές επιστημονικής
φαντασίας. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι του είδους είναι ο George Orwell και ο Aldous Huxley.
Πηγή: Cuddon J.A. (2010). Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων και θεωρίας λογοτεχνίας (Γ. Παρίσης Μ. Λιάπη, μτφρ. επιστ. επιμ.). Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 429-431.
Ο όρος είναι δυνατόν να αναφέρεται: (α) σε ένα ποίημα· (β) σε ένα συγκεκριμένο επεισόδιο από ποίημα· (γ) σε ένα ποίημα το οποίο περιγράφει κάποιο επεισόδιο ή σκηνή από την αγροτική ζωή (στην περίπτωση αυτή, είναι σχεδόν συνώνυμος με τον όρο “ποιμενική λογοτεχνία” […]), (δ) στην περιγραφή μιας οποιασδήποτε σκηνής ήρεμης ευτυχίας. Στην καθομιλουμένη, χρησιμοποιούμε το επίθετο “ειδυλλιακός” προκειμένου να περιγράψουμε μία κατάσταση γαλήνης και ευφορίας ή ένα περιβάλλον εξιδανικευμένο και ελάχιστα ρεαλιστικό. Επομένως, δεν πρόκειται για καθορισμένο ποιητικό είδος, αν και συνδέεται στενά με τη βουκολική ποίηση, π.χ. τα Ειδύλλια του Θεόκριτου. [...] Πηγή: Cuddon J.A. (2010). Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων και θεωρίας λογοτεχνίας (Γ. Παρίσης Μ. Λιάπη, μτφρ. επιστ. επιμ.). Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 159..
• Εκφραστικοί τρόποι/στοιχεία/επιλογές.
• Υφολογικά μέσα/τρόποι/στοιχεία/επιλογές.
• Μορφολογικά μέσα/τρόποι/στοιχεία/επιλογές.
• Μορφικά μέσα/τρόποι/στοιχεία/επιλογές.
• Ρητορικά (στιλιστικά) μέσα/τρόποι/στοιχεία/επιλογές (παλαιότερη ορολογία: στολίδια του λόγου/της γλώσσας).
• Γλωσσικά μέσα/τρόποι/στοιχεία/επιλογές.
Πρόκειται για το ύφος∙ για τον ιδιαίτερο τρόπο που χρησιμοποιεί τη γλώσσα ο λογοτέχνης. Όλα τα σχήματα λόγου, τα (ρητορικά) ερωτήματα, οι
τροπικότητες (εγκλίσεις του ρήματος), τα γραμματικά/ρηματικά πρόσωπα, τα σημεία στίξης (π.χ. τα σχολιαστικά) ανήκουν στον ευρύ όρο εκφραστικά μέσα.
Πηγή: Συγγραφική ομάδα.
Πρόκειται για ανομοιοκατάληκτο στίχο, απολύτως αποδεσμευμένο από κάποια μετρική, συλλαβική, στροφική μορφή. Μοιάζει σαν να είναι πεζός λόγος /πρόζα∙ όμως, ως σύνολο, διαθέτει,
συχνά, εσωτερικό ρυθμό και μελωδικότητα. Πρόδρομός του θεωρείται ο Τ. Παπατσώνης. Τον επέβαλε η «Γενιά του ’30» (Γ. Σεφέρης κ.ά.).
Πηγή: Συγγραφική ομάδα και Cuddon J.A. (2010). Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων και θεωρίας λογοτεχνίας (Γ. Παρίσης Μ. Λιάπη, μτφρ. επιστ. επιμ.). Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 170.
Βλ. και Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα.
[…] Ειδικότερα, όσον αφορά τη νεοελληνική λογοτεχνία, η νεότερη έρευνα έχει δείξει ότι πρέπει καταρχήν να γίνει η διάκριση μεταξύ του ελεύθερου και του λεγόμενου
ελευθερωμένου στίχου: ο δεύτερος προηγήθηκε και ουσιαστικά προετοίμασε το έδαφος για τον πρώτο. Ο ελευθερωμένος στίχος έχει μέτρο, που παραμένει ίδιο σε ολόκληρο
το ποίημα (ομοιόμετρος στίχος), ενώ δεν αποκλείεται να διαθέτει και ομοιοκαταληξία. Η σημαντική πρωτοτυπία και το πρώτο σημαντικό βήμα προς τη σύγχρονη ποίηση έγκειται
στο γεγονός ότι οι ελευθερωμένοι στίχοι είναι ανισοσύλλαβοι. Από την άλλη πλευρά, ο ελεύθερος στίχος, εκτός του ότι δεν έχει ομοιοκαταληξία και είναι ανισοσύλλαβος, μπορεί
να είναι και ετερόμετρος ή και τελείως άμετρος, τουλάχιστον με βάση την παραδοσιακή μετρική. Ο ελευθερωμένος στίχος αποτελεί ουσιαστικά ένα μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στην
παραδοσιακή και στη μοντέρνα στιχουργική, ανάμεσα στον αυστηρά έμμετρο και στον ελεύθερο στίχο. […] Συνεπώς, η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον ελευθερωμένο και στον ελεύθερο
στίχο δεν είναι τόσο μορφολογική όσο ουσιαστική: ο ελεύθερος στίχος εκφράζει ένα εντελώς νέο ποιητικό περιεχόμενο και μια νέα αντίληψη για τη φύση και τη λειτουργία του
ποιητικού λόγου. Ο ελευθερωμένος στίχος, παρά τη μορφική ανανέωση που επιφέρει, στην πραγματικότητα συνδέεται με μια παραδοσιακή ποιητική αντίληψη, αυτή του τραγουδιού - ποιήματος,
από την οποία απομακρύνεται οριστικά ο ελεύθερος στίχος.
Πηγή: Παρίσης, Γ. Στο: Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πρόσωπα, Έργα, Ρεύματα, Όροι. (2008, β΄ ανατύπωση). Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, σ. 616.
Η κανονική εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών που βασίζεται στον τόνο και δημιουργεί τον ρυθμό του παραδοσιακού ποιήματος με πέντε διαφορετικούς συνδυασμούς:
α) ίαμβος ή ιαμβικό μέτρο = η εναλλαγή μιας άτονης και μιας τονισμένης συλλαβής (= υ –).
β) τροχαίος ή τροχαϊκό μέτρο = η εναλλαγή μιας τονισμένης και μιας άτονης συλλαβής (= – υ), το αντίθετο του ιάμβου.
γ) ανάπαιστος ή αναπαιστικό μέτρο = η εναλλαγή δύο άτονων και μιας τονισμένης συλλαβής (= υυ – ).
δ) δάκτυλος ή δακτυλικό μέτρο = η εναλλαγή μιας τονισμένης και δυο άτονων συλλαβών (= – υυ), το αντίθετο του αναπαίστου.
ε) μεσοτονικό μέτρο = η εναλλαγή μιας άτονης, μιας τονισμένης και μιας άτονης συλλαβής (= υ – υ).
Ο στίχος με μέτρο χαρακτηρίζεται από δύο ακόμη στοιχεία:
• τον συνολικό αριθμό των συλλαβών από τις οποίες αποτελείται (επτασύλλαβος, ενδεκασύλλαβος, δωδεκασύλλαβος, δεκαπεντασύλλαβος κτλ.)
• την τελευταία τονισμένη συλλαβή του (στίχος οξύτονος = η τελευταία τονισμένη συλλαβή του είναι η λήγουσα, παροξύτονος = η τελευταία τονισμένη συλλαβή του είναι η παραλήγουσα, προπαροξύτονος = η τελευταία τονισμένη συλλαβή του είναι η προπαραλήγουσα).
Πηγή: Σαραλής, Γ. Α. (1991). Νεοελληνική Μετρική. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ.Κολλάρου & Σίας Α.Ε., σ. 11-17.
Ο λογοτέχνης /ποιητής χρησιμοποιεί το μύθο (ή την ιστορία) με τέτοιον τρόπο, ώστε αυτός /αυτή να ανακαλεί συνειρμικά τη σύγχρονη πραγματικότητα. Δηλαδή, ο μύθος ( ή το παρελθοντικό,
ιστορικό γεγονός) λειτουργεί ως υπαινικτικός παραλληλισμός προς τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Ο Τ. Σ. Έλιοτ κατέστησε γνωστή αυτή τη χρήση του μύθου σε μία κριτική του για το (κορυφαίο μοντερνιστικό) μυθιστόρημα του Τζ. Τζόις (1882-1941) Οδυσσέας (1920). Μάλιστα,
την εφάρμοσε και ο ίδιος στην (επίσης κορυφαία μοντερνιστική) ποιητική του σύνθεση Η έρημη χώρα (1922). Ο Γ. Σεφέρης παρουσίασε στην Ελλάδα αυτήν την τεχνική, μεταφράζοντας ένα χωρίο
από την εν λόγω κριτική του Έλιοτ: «“Με τη χρήση του μύθου” γράφει [ο Έλιοτ] “με το χειρισμό ενός αδιάκοπου παραλληλισμού του σύγχρονου και της αρχαιότητας, ο κ. Joyce [Τζόις] εφαρμόζει
μια μέθοδο που πρέπει και άλλοι να εφαρμόσουν ύστερα απ’ αυτόν. Κι ένα τέτοιο πράγμα δεν είναι μίμηση, όπως δεν είναι μιμητής ο επιστήμων που χρησιμοποιεί τις ανακαλύψεις ενός Einstein
[Αϊνστάιν] για να συνεχίσει τις δικές του ανεξάρτητες και πιο προχωρημένες έρευνες: Είναι μόνο ένας τρόπος να ελέγξει κανείς, να τακτοποιήσει, και να δώσει μορφή και σημασία στο απέραντο
πανόραμα ματαιότητας και αναρχίας που είναι η σύγχρονη ιστορία. Είναι μια μέθοδος που σκιαγραφεί ο κ. Yeats [Γέιτς], ο πρώτος σύγχρονος, πιστεύω, που ένιωσε την ανάγκη της.”». Στη συνέχεια,
σχολιάζει ο Γ. Σεφέρης: «Θαρρώ πως νόμιμα μπορώ να υποστηρίξω πως αυτή τη μέθοδο δεν τη σκιαγραφεί μόνο, την εφαρμόζει συστηματικά ο Καβάφης πολύ πριν φανεί ο Οδυσσέας του Joyce, και παράλληλα,
και πρωτύτερα από τον Yeats.»
Πηγή: Γιώργος Σεφέρης (1984/ 11944). «Κ. Π. Καβάφης, Θ. Σ. Έλιοτ∙ παράλληλοι», στο: Δοκιμές, πρώτος τόμος (1936-1947). Αθήνα: Ίκαρος, σ. 340
Ο Έντμ. Κίλι (1928-2022), Αμερικανός μεταφραστής και νεοελληνιστής /μελετητής του σεφερικού έργου, εισήγαγε τον όρο «Μυθική μέθοδος» (1969) σε σχέση με τη σεφερική ποίηση.
Ο Κίλι διαχωρίζει την «Αντικειμενική συστοιχία» από τη «Μυθική μέθοδο». Αντίθετα, ο Βαγενάς θεωρεί ότι η «Μυθική μέθοδος» αποτελεί ένα είδος της (κατά πολύ πιο ευρείας) «Αντικειμενικής
συστοιχίας» (1979, 1994).
*Σημείωση
Ο Γ. Σεφέρης εισήγαγε, όπως ήδη έχει φανεί, την «Αντικειμενική συστοιχία» και αυτή την ιδιαίτερη χρήση του μύθου - που ο Έντμ. Κίλι, αργότερα, την ονόμασε «Μυθική μέθοδο» -
στη νεοελληνική γραμματεία. Ως κριτικός λογοτεχνίας /ποίησης αξιοποίησε αυτές τις δύο έννοιες στη μελέτη της καβαφικής ποίησης. Ως ποιητής, εμπνεύστηκε απ’ αυτές σε διάφορα
ποιήματά του (π.χ. τη «Μυθική μέθοδο» ή «Μυθικοϊστορική μέθοδο» την εφάρμοσε ο Γ. Σεφέρης στο Μυθιστόρημα, 1935, και στο «Βασιλιά της Ασίνης», 1940).
Η ηχητική ομοιότητα στο τέλος δύο ή περισσότερων στίχων λέγεται ομοιοκαταληξία ή ρίμα. Η ομοιοκαταληξία διακρίνεται σε οξύτονη (όταν η τελευταία λέξη του στίχου τονίζεται στη λήγουσα), παροξύτονη (όταν τονίζεται η προτελευταία συλλαβή του στίχου) ή προπαροξύτονη (όταν τονίζεται η προπαραλήγουσα της καταληκτικής λέξης του στίχου). Τα βασικά είδη ομοιοκαταληξίας είναι τα εξής: ζευγαρωτή (ααββ κτλ.), πλεχτή (αβαβ κτλ.), σταυρωτή (αββα κτλ.), ζευγαροπλεχτή (ααβγγβ κτλ.).
[Πηγή: Διαμαντοπούλου, Λ. (2016). «Νεοελληνική μετρική». Στο Παπάς, Φ., Κατσιγιάννης, Α., & Διαμαντοπούλου, Λ. Εισαγωγή στη Νεοελληνική Φιλολογία. Κάλλιπος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις]
Λυρικό υποκείμενο /Λυρικό «Εγώ»
(Ποιητικός /Λυρικός) Ομιλητής
(Ποιητικός /Λυρικός) Εκφωνητής
Είναι η «φωνή» που εκφέρει τους στίχους του ποιήματος. Συνήθως, αυτή η «φωνή» φαίνεται να ταυτίζεται με τον (πραγματικό) ποιητή, αν και αυτό αποτελεί στην ουσία ρητορική χειρονομία. Όμως, κάποιες φορές, ο (πραγματικός) ποιητής επινοεί μιαν άλλη «φωνή», η οποία «εκφωνεί» το ποίημα.
Ως προς τη δεύτερη περίπτωση, παραθέτουμε δύο ενδεικτικά παραδείγματα από τη νεοελληνική και την ξένη ποίηση:
α΄. Κ. Π. Καβάφης, «Μύρης∙ Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.»
Το ποιητικό υποκείμενο είναι ένας ανώνυμος ειδωλολάτρης, ο οποίος αποτελεί επινόηση του Καβάφη.
β΄. Μπ. Μπρεχτ, «Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει»
Το ποιητικό υποκείμενο είναι ένας (ανώνυμος) εργάτης που διαβάζει (το παρακειμενικό στοιχείο του τίτλου το δείχνει υπαινικτικά).
Πηγή: Συγγραφική ομάδα.
Έλασσον αλλά σημαντικό είδος και, που οι συμβάσεις του το συσχετίζουν με τη ζωή των ποιμένων. Ανάγεται στην αρχαιότητα και συνδέεται με πολλά έργα της κλασικής και μοντέρνας ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. […] Κατά βάση αυτή είναι η πεμπτουσία της ποιμενικής λογοτεχνίας: να επιδεικνύει μία νοσταλγία για το παρελθόν, για κάποια υποθετική κατάσταση αγάπης και ειρήνης η οποία έχει κατά κάποιο τρόπο χαθεί. Η κυρίαρχη ιδέα και το θέμα των περισσότερων ποιμενικών έργων είναι η αναζήτηση της απλής ζωής, μακριά από την αυλή και την πόλη, μακριά από τη διαφθορά, τον πόλεμο, τη διαμάχη, τη μανία του κέρδους, μακριά από το «να έχεις και να ξοδεύεις». Κατά κάποιο τρόπο, αποκαλύπτει τη νοσταλγία για μια χαμένη αθωότητα, για μια παραδεισένια ζωή πριν από την Πτώση, όπου ο άνθρωπος ζούσε σε αρμονία με τη φύση.
Πηγή: Cuddon J.A. (2010). Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων και θεωρίας λογοτεχνίας (Γ. Παρίσης - Μ. Λιάπη, μτφρ. - επιστ. επιμ.). Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 473, 476.
Γενικά μιλώντας, ο όρος αναφέρεται στον φυσικό ρυθμό της γλώσσας, στον «εσωτερικό τόνο» της, ο οποίος εξαρτάται από τη διευθέτηση τονισμένων και άτονων συλλαβών. Απαντά τόσο στην πεζογραφία όσο και στην ποίηση, δηλώνοντας την κίνηση ή την αίσθηση της κίνησης που μεταδίδεται από τη συγκεκριμένη διάταξη τονισμένων και άτονων συλλαβών. Κάθε λογοτέχνης, θα λέγαμε, από τη στιγμή που διαθέτει ένα ―έστω και ελάχιστα― ξεχωριστό ύφος, έχει τους δικούς του ρυθμούς, που στην πραγματικότητα συνιστούν τη δική του «φωνή», μια εγγενή μελωδία συλλαβών και λέξεων συνδεδεμένων μεταξύ τους, καθώς και φράσεων, προτάσεων και παραγράφων που υπερβαίνουν και υποστηρίζουν το νόημα. [...] Γενικά, στην πεζογραφία, ο ρυθμός άλλοτε είναι ομαλός και άλλοτε όχι. Από την άλλη πλευρά, στην ποίηση, ο ρυθμός εξαρτάται από μετρικά σχήματα και μπορούμε να παρατηρήσουμε ποικιλία ρυθμών κυρίως στον λεγόμενο ελεύθερο στίχο ή ακόμα και στο πλαίσιο παραδοσιακών μετρικών σχημάτων. [...].
Πηγή: Cuddon J.A. (2010). Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων και θεωρίας λογοτεχνίας (Γ. Παρίσης Μ. Λιάπη, μτφρ. επιστ. επιμ.). Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 506.
Διάλογος μεταξύ δύο ή και περισσότερων ατόμων, με σύντομες ερωτήσεις και απαντήσεις και γενικότερα, κάθε σύντομος διάλογος. || στο αρχαίο δράμα, ζωηρός διάλογος μεταξύ δύο προσώπων,
στον οποίο κάθε ερώτηση ή απάντηση καταλαμβάνει έναν ή δύο μόνο στίχους.
Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής.
Με τον όρο «στρατευμένη λογοτεχνία» ή το γενικότερο «στρατευμένη τέχνη» χαρακτηρίζουμε συνήθως τα έργα που έχουν ολοφάνερα στρατευθεί στην υπηρεσία ενός συγκεκριμένου στόχου, πολιτικού
ή κομματικού. […] Όπως έχει αποδείξει η ιστορία, κάθε φορά που ένας δημιουργός θέτει τον εαυτό του και το έργο του στην υπηρεσία στόχων εντελώς ξένων προς την τέχνη και την ουσία της,
το αποτέλεσμα είναι κατώτερο των προσδοκιών, τόσο των δικών του όσο και του κοινού· το έργο πολύ συχνά χαρακτηρίζεται μέτριο ή και αποτυχημένο. Η εξήγηση είναι απλή: ο δημιουργός αυτός
χάνει ουσιαστικά την ελευθερία του, που είναι μία από τις πιο βασικές προϋποθέσεις για να μπορέσει να υπάρξει τέχνη· κι αυτό, διότι η στράτευσή του, είτε είναι εθελούσια είτε αναγκαστική,
του επιβάλλει περιορισμούς και δεσμεύσεις που κυριολεκτικά αναιρούν και ακυρώνουν όχι μόνο την έμπνευσή του αλλά και την όλη καλλιτεχνική του προσπάθεια. […] διευρύνοντας κάπως την έννοια
της στρατευμένης λογοτεχνίας, είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχθούμε ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει έργο που να μην είναι στρατευμένο. Κάθε συγγραφέας έχει ορισμένες ιδέες για τους
ανθρώπους και τον κόσμο, τις οποίες συνειδητά ή ασυνείδητα προβάλλει μέσα από το έργο του· είναι κάτι που δεν μπορεί να το αποφύγει: κάθε σημαντικό λογοτεχνικό έργο μάς δίνει μια νέα
άποψη για τον κόσμο γύρω μας και αυτό δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί αρνητικό στοιχείο. […] Η διαφορά είναι ότι στην πρώτη περίπτωση ο συγγραφέας υποτάσσει την τέχνη στις
ιδέες και αφήνεται να καθοδηγηθεί από αυτές, με αποτέλεσμα να προδίδει το βασικό στόχο του έργου τέχνης, που είναι πάντοτε αισθητικής, καλλιτεχνικής φύσεως. Αντίθετα, στη δεύτερη
περίπτωση, οι ιδέες οι οποίες περνούν μέσα από το έργο δεν είναι ο πρώτιστος στόχος και πολλές φορές δεν τις έχει συνειδητοποιήσει πραγματικά ούτε ο ίδιος ο δημιουργός. Το έργο,
επομένως, λειτουργεί πρώτα ως καλλιτεχνικό προϊόν, δηλαδή ως έργο τέχνης, και έπειτα ως φορέας ιδεών, τις οποίες μάλιστα θα πρέπει ίσως να ψάξουμε για να τις εντοπίσουμε. […]
Πηγή: Παρίσης, Ι., Παρίσης, Ν. Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων. Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού/ΙΤΥΕ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ».
Μια εικόνα που παραπέμπει συνειρμικά σε μια ιδέα ή σε ένα συναίσθημα. Δηλαδή, μια λέξη ή φράση που έχει μεταφορική σημασία και επιτελεί καίριο ρόλο στη σημασιοδότηση του λογοτεχνήματος. Συγκεκριμένα, ένα υλικό αντικείμενο ή ένα στοιχείο της φύσης ή ένα ζώο /πτηνό (ακόμη κι ένα πρόσωπο) εκφράζει, σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, μια διαφορετική (μεταφορική) σημασία από την αρχική της. Λόγου χάρη, η ζυγαριά αποτελεί σύμβολο της δικαιοσύνης ή το περιστέρι αποτελεί σύμβολο της ειρήνης. Συνήθως η λέξη /φράση, που λειτουργεί ως σύμβολο, υπάρχει στον τίτλο του λογοτεχνήματος και (συχνά επαναλαμβάνεται) μέσα στο ίδιο το λογοτεχνικό κείμενο.
Πηγές: Συγγραφική Ομάδα.
Cuddon J.A. (2010). Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων και θεωρίας λογοτεχνίας (Γ. Παρίσης Μ. Λιάπη, μτφρ. επιστ. επιμ.). Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 539-541
Παρίσης, Ι., Παρίσης, Ν. Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων. Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού/ΙΤΥΕ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ».