3η παράγραφος

i Αρχική σελίδα

Υπάρχει μια συγγένεια εκλεκτική μεταξύ αφ’ ενός της ετερόφωτης μάθησης και του δογματισμού, και αφ’ ετέρου της αυτόφωτης μάθησης και του κριτικού στοχασμού. Όσοι δέχονται αβίαστα τις έτοιμες αλήθειες των άλλων και βολεύονται μέσα σ’ αυτές, γίνονται δογματικοί: «έτσι είναι τα πράγματα», «δεν μπορούν παρά να είναι έτσι», «πρέπει να είναι έτσι». Αντίθετα η κριτική σκέψη τρέφεται από την αυτόφωτη μάθηση και την τρέφει: «θα βεβαιωθώ άμα πεισθώ μόνος μου», «δείξέ μου τους τίτλους της αλήθειας που πρεσβεύεις», «πρώτος θα ομολογήσω την πλάνη μου, εάν την ανακαλύψω». Πρόκειται για δύο στο έπακρο διαφορετικές όχι μόνο θεωρητικές αλλά προπάντων ηθικές στάσεις (τρόπους σκέψεως και συμπεριφοράς). Γι’ αυτό, τόσο τα χαρακτηρολογικά όσο και τα ηθικά γνωρίσματα των δύο τύπων είναι εντελώς αντίθετα. Ο δογματικός είναι απερίσκεπτος, πείσμων, αδιάλλακτος, φανατικός. Δεν σ’ αφήνει να αντιμιλήσεις, δεν επιτρέπει διαφωνίες. Αποφαίνεται με αποφθέγματα και εντυπωσιακές φράσεις. Επειδή δεν αισθάνεται την παραμικρή αμφιβολία για όσα υποστηρίζει, ο ίδιος γίνεται θύμα της βεβαιότητάς του και της ακαμψίας του. Είναι μισαλλόδοξος και επιθετικός. Απορρίπτει προκαταβολικά κάθε αντίθετη άποψη ως ανάξια λόγου ή γελοία· και αν τύχει η άποψη αυτή να έχει αιχμές που τις φοβάται, μαίνεται και τη χαρακτηρίζει εγκληματική, ολέθρια για την ανθρωπότητα.

Ε. Παπανούτσος (1984). Πρακτική Φιλοσοφία. Εκδόσεις Δωδώνη, σελ.62

Εντοπίστε τη δομή της παραγράφου και τον τρόπο ανάπτυξης της. Δοκιμάστε να την αναδιατυπώσετε με άλλο τρόπο ανάπτυξης.