Ποίηση για τον «Πατριάρχη του Γένους» Γρηγόριος Ε΄ ΚΠόλεως
Πώς μας θωρείς ακίνητος; Πού τρέχει ο λογισμός σου,
τα φτερωτά σου τα όνειρα;... Γιατί στο μέτωπό σου
να μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές αχτίδες
όσες μας δίδ’ η όψη σου παρηγοριές κι ελπίδες;...
Γιατί στα ουράνια χείλη σου να μη γλυκοχαράζει,
πατέρα, ένα χαμόγελο;... Γιατί να μη σπαράζει
μέσα στα στήθη σου η καρδιά, και πώς στο βλέφαρό σου
ούτ’ ένα δάκρυ επρόβαλε, ούτ’ έλαμψε το φως σου
Ολόγυρά σου τα βουνά κι οι λόγγοι στολισμένοι
το λυτρωτή τους χαιρετούν... Η θάλασσ’ αγριωμένη
από μακρά σ’ εγνώρισε και μ’ αφρισμένο στόμα
φιλεί, πατέρα μου γλυκέ, το ελεύθερο το χώμα
που σε κρατεί στα σπλάχνα του... Θυμάται την ημέρα,
οπού κι αυτή στον κόρφο της, σαν τρυφερή μητέρα,
πατέρα μου, σ’ εδέχτηκε... Θυμάται στο λαιμό σου
το ματωμένο το σχοινί, και στ’ άγιο πρόσωπό σου
τ’ άτιμα τα ραπίσματα... το βόγκο... τη λαχτάρα...
του κόσμου την ποδοβολή... Θυμάται την αντάρα
την πέτρα που σου εκρέμασαν... τη γύμνια του νεκρού σου
το φοβερό το ανάβρασμα του καταποντισμού σου
Το μάρμαρο μένει βουβό... Και θε να μείνει ακόμα
ποιός ξέρει ώς πότ’ αμίλητο το νεκρικό του στόμα...
κοιμάται κι ονειρεύεται... και τότε θα ξυπνήσει,
όταν στα δάση, στα βουνά, στα πέλαγα, βροντήσει
το φοβερό μας κήρυγμα... «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!...
Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη!»...
τα φτερωτά σου τα όνειρα;... Γιατί στο μέτωπό σου
να μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές αχτίδες
όσες μας δίδ’ η όψη σου παρηγοριές κι ελπίδες;...
Γιατί στα ουράνια χείλη σου να μη γλυκοχαράζει,
πατέρα, ένα χαμόγελο;... Γιατί να μη σπαράζει
μέσα στα στήθη σου η καρδιά, και πώς στο βλέφαρό σου
ούτ’ ένα δάκρυ επρόβαλε, ούτ’ έλαμψε το φως σου
Ολόγυρά σου τα βουνά κι οι λόγγοι στολισμένοι
το λυτρωτή τους χαιρετούν... Η θάλασσ’ αγριωμένη
από μακρά σ’ εγνώρισε και μ’ αφρισμένο στόμα
φιλεί, πατέρα μου γλυκέ, το ελεύθερο το χώμα
που σε κρατεί στα σπλάχνα του... Θυμάται την ημέρα,
οπού κι αυτή στον κόρφο της, σαν τρυφερή μητέρα,
πατέρα μου, σ’ εδέχτηκε... Θυμάται στο λαιμό σου
το ματωμένο το σχοινί, και στ’ άγιο πρόσωπό σου
τ’ άτιμα τα ραπίσματα... το βόγκο... τη λαχτάρα...
του κόσμου την ποδοβολή... Θυμάται την αντάρα
την πέτρα που σου εκρέμασαν... τη γύμνια του νεκρού σου
το φοβερό το ανάβρασμα του καταποντισμού σου
Το μάρμαρο μένει βουβό... Και θε να μείνει ακόμα
ποιός ξέρει ώς πότ’ αμίλητο το νεκρικό του στόμα...
κοιμάται κι ονειρεύεται... και τότε θα ξυπνήσει,
όταν στα δάση, στα βουνά, στα πέλαγα, βροντήσει
το φοβερό μας κήρυγμα... «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!...
Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη!»...
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου Ε΄ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, 1872, πηγή: Πύλη για την ελληνική γλώσσα
Προτείνονται και τα εξής βιβλία:
- ΓΙΩΡΓΗΣ Θ. ΠΡΙΝΤΖΙΠΑΣ. (2000). Η αγχόνη. Κατερίνη: Τέρτιος.
- ΜΑΝΟΣ ΒΕΝΙΕΡΗΣ. (2011). Η Μεγάλη Θυσία. Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄. Αφηγηματική βιογραφία. Αθήνα: Ακρίτας.