Πόσο αξίζουν οι φίλοι κι ο παράς

Μια φορά κι έναν καιρό, λένε πως ήταν ένας άνθρωπος πολύ πλούσιος που είχε ένα γιο μονάκριβο. Αυτός ο γιος το μόνο που είχε μέσα στο μυαλό του ήταν πώς να σπαταλάει και να τρώει χωρίς σκέψη καμιά τα λεφτά του πατέρα του. Οι φίλοι του έρχονταν κι έφευγαν σαν τα κοπάδια. Σήμερα είχε δέκα φίλους για τραπέζωμα το βράδυ. Αύριο είκοσι φίλους για τραπέζωμα το βράδυ. Άσε τα ρούχα που αγόραζε και τους υπηρέτες που ήτανε στη δούλεψή του. Ξόδευε συνέχεια χωρίς σταματημό για να κάνει φιγούρα κι έκανε σπατάλες δίχως σκέψη.

Μια μέρα τον φωνάζει ο πατέρας του και του λέει: «Ποιοι είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που κουβαλάς;» Ο γιος απάντησε: «Είναι οι φίλοι μου». Τότε, λένε, ο πατέρας του τον έδιωξε απ’ το σπίτι και τον απαρνήθηκε. Ο γιος κείνου του πλούσιου σαν ο πατέρας του τον έδιωξε, πήγε να βρει τους φίλους του. Χτύπησε την πόρτα ενός από τους φίλους που έτρωγαν τόσα βράδια μαζί του. «Τι τρέχει;» τον ρώτησε αυτός μέσα σε ενόχληση. Ο γιος είπε: «Ο πατέρας μου μ’ απαρνήθηκε και δεν ξέρω πού να πάω». Ο φίλος αποκρίθηκε: «Λυπάμαι, δεν έχω πού να σε βάλω...» Ο γιος συνέχισε να χτυπάει τις πόρτες των φίλων του, κι από όλους αυτούς τους φίλους κανένας δεν βρέθηκε να του δώσει μια γωνιά να κοιμηθεί και μια μπουκιά ψωμί να βάλει στο στόμα του. Ούτε οι φίλοι ούτε οι γνωστοί που έφερναν μαζί τους κείνα τα βράδια στο σπίτι του πατέρα του τού δώσανε σημασία μα μήτε και του χάρισαν μια καλή κουβέντα μεσ' στον πόνο του. Κι απόμεινε λοιπόν αυτός χωρίς βοήθεια από κανέναν τους.

Τρεις βδομάδες αργότερα ο πατέρας του έστειλε ανθρώπους να τον βρουν. Σαν γύρισε και στάθηκε μπροστά στον πατέρα του τού λέει αυτός: «Παιδί μου, αυτοί είναι λοιπόν οι φίλοι σου; Δεν σου δάνεισαν λεφτά, μήτε είπαν «Ο φίλος μας έχει δυσκολίες και μάλωσε με τον πατέρα του. Ας τον καλέσουμε για φαγητό κι ας του κάνουμε παρέα μέχρι να μονιάσει ξανά με τον πατέρα του». Είναι αυτοί φίλοι; Φίλοι αληθινοί; Δεν ξέρεις την παροιμία που λέει: «Όταν είσαι πλούσιος οι φίλοι μαζεύονται σαν τις μύγες στο γλυκό. Όταν είσαι φτωχός πετάνε και φεύγουνε μακριά!» Εγώ, ο πατέρας σου, είμαι ενάμισης φίλος σου. Να ξέρεις πώς υπάρχει ο καρδιακός φίλος, ο μισός φίλος κι αυτός που δεν είναι καθόλου φίλος».

Την ίδια μέρα ο πατέρας έτυχε να περάσει από ένα ερημωμένο χωράφι κι εκεί βρήκε έναν άγνωστο να είναι ξάπλα πεθαμένος. Προσπάθησε να βρει έναν τρόπο να πάει το νεκρό κορμί σε κάποιο μέρος με ανθρώπους της πολιτείας όταν κείνη την ώρα φάνηκε ένας στρατιώτης. Είδε τον πατέρα να τραβολογάει το ξέψυχο κορμί και έβαλε με το νου του πως κείνος ήταν που τον σκότωσε με στραγγάλισμα για κάποια αιτία. Του φώναξε: «Γιατί τον σκότωσες το δύστυχο τον άνθρωπο;» Ο πατέρας μουρμούρισε πως τον βρήκε στο διάβα του πεθαμένο κι ήθελε να τον πάει στους ανθρώπους της πολιτείας να κάνουν την δουλειά τους. Ο στρατιώτης δεν τον πίστεψε, τον έπιασε, του έδεσε τα χέρια πισθάγκωνα και μαζί με το νεκρό κορμί τον πήγε στο δικαστή. Εκεί ο στρατιώτης είπε όσα είχε δει, πως την ώρα που περνούσε, είδε μέσα στο ερημωμένο χωράφι κείνον τον άνθρωπο να τραβολογάει το ξέψυχο κορμί που ήταν ξαπλωμένο τώρα μπροστά τους. «Παράξενο πράγμα!» είπε ο δικαστής κι άφησε τον πατέρα να φύγει αφού πρώτα πληρώσει για εγγύηση ένα πουγκί φλουριά. Όμως τον δίκασαν ξανά και η απόφαση που έβγαλε ο δικαστής ήταν «Θάνατος στην κρεμάλα». Οι στρατιώτες τον πήραν και τον πέρασαν μέσα από την αγορά. Ένας από τους φίλους του πατέρα ήταν ένας έμπορος με υφάσματα. Ένας άλλος ήταν χασάπης. Όταν είδαν τι έτρεχε με το φίλο τους, ακολούθησαν τους στρατιώτες μέχρι το δικαστήριο. Εκεί ενώθηκαν με το πλήθος των ανθρώπων που ακολούθησε τους στρατιώτες μέχρι το μέρος που ήταν στημένη η κρεμάλα. Στο δρόμο που πήγαιναν σίμωσαν το δικαστή κι άρχισαν να του μιλάνε. Ο χασάπης είπε: «Δικαστή κι άρχοντα του νόμου, εσύ που όλους τους δικάζεις δίκαια με τη βοήθεια και τη χάρη του Αλλάχ, θέλω να σου πω πως μπορώ να θυσιάσω ό, τι έχω και δεν έχω γι’ αυτόν τον άνθρωπο που πιστεύω πως είναι του λόγου του αθώος, αρκεί να μην κρεμαστεί. Ο δικαστής όμως δεν ήθελε να αλλάξει την απόφασή του με τίποτα. Τότε μίλησε ο υφασματέμπορος και είπε: «Αν τα πλούτη του χασάπη δεν φτάνουν, τότε θα βάλω κι εγώ τα δικά μου πλούτη, που είναι τέσσερις φορές περισσότερα από κείνου». Αλλά ούτε και τώρα ο δικαστής άλλαξε την απόφαση που είχε πάρει.

Κι έφτασαν στο μέρος που ήταν στημένη η κρεμάλα. «Δεν αλλάζουν την απόφαση που πήραν αλλά ούτε και θα τον κρεμάσουν! Κρεμάστε εμένα στη θέση τούτου του ανθρώπου!» Και μ’ ένα σάλτο ο υφασματέμπορος βρέθηκε πάνω, εκεί που περίμενε η κρεμάλα και πιάνει αυτός τη θηλιά του σκοινιού και την περνάει στο λαιμό του. Την ίδια στιγμή που γίνονταν αυτά, έφτασε από μακριά ένας απεσταλμένος του άρχοντα του τόπου. Είχε μαζί του ένα χαρτί που σαν το ξεδίπλωσαν και το διάβασαν, έδινε η προσταγή του χάρη και λευτεριά στον πλούσιο πατέρα.

Όταν ο πατέρας γύρισε στο σπίτι του και τους δικούς του ανθρώπους είπε στο γιο του: «Βλέπεις, γιέ μου, ποιοι είναι οι αληθινοί φίλοι; Δεν είναι σαν αυτούς που σου αρνήθηκαν φαΐ να φας και μια γωνιά να κοιμηθείς τη νύχτα. Ο μισός φίλος πρόσφερε όλη την περιουσία του. Ο καρδιακός φίλος πρόσφερε το βιός του και την ίδια του τη ζωή. Αυτοί είναι πραγματικοί φίλοι στ’ αλήθεια. Βάλε μυαλό και σταμάτα πια τις ανοησίες. Σκέψου! Εκείνος ο φίλος που τον νοιάζει η τσέπη του έρχεται κοντά σου για τα λεφτά σου. Δεν θα σου σταθεί όταν φανούν τα δύσκολα κι οι τρικυμίες της ζωής. Νομίζεις πως οι αληθινοί φίλοι είναι πολλοί; Θα ’πρεπε να ξέρεις την αξία του πραγματικού φίλου. Όταν σ’ απαρνήθηκα από γιο μου, ήρθε κανένας από όλους αυτούς τους φίλους που τάιζες να μου κάνει παράπονα και να μου βάλει τις φωνές; Αν το είχε κάνει έστω κι ένας τους, εγώ θα είχα μετανιώσει απ’ την πρώτη κιόλας βραδιά. Βρέθηκε έστω κι ένας από όλους αυτούς να σε φροντίσει, αφού εσύ όλους τους τούς φρόντισες και ξοδεύτηκες τόσα βράδια; Κόντεψες να ξοδέψεις όλη μου την περιουσία! Εγώ όμως θα σου δώσω μια ευκαιρία ακόμα και θα σου χαρίσω τόσα όσα χρειάζονται για να ξεκινήσεις απ’ την αρχή και να σταθείς στα πόδια σου...»

Ο γιος έφυγε το άλλο πρωί κι άνοιξε ένα μικρό μαγαζί όπου πουλούσε ξύλα και κάρβουνα. Μετά από λίγο καιρό που οι δουλειές του πήγαν καλά, έβαλε στο μαγαζί του ζάχαρη και τσάι και σιγά - σιγά έγινε μπακάλης. Σαν πέρασαν δύο χρόνια ο πατέρας του πήγε να δει πώς τα κατάφερνε ο γιός του. Τον βρήκε μέσα σε δουλειά και χάρηκε πολύ. «Πόσα έβγαλες απ’ το μαγαζί, γιέ μου;» «Εκατό λίρες, πατέρα!» αποκρίθηκε ο γιος με ευχαρίστηση γιατί εκατό λίρες ήταν πολλά λεφτά εκείνον τον καιρό. Ο πατέρας του υποσχέθηκε να του ανοίξει ένα καλύτερο μαγαζί και κίνησαν να κάνουν μια βόλτα δίπλα στο ποτάμι. Την ώρα που περπατούσαν ο πατέρας πήρε το σακούλι με τις εκατό λίρες και του δίνει μια και το πετάει μέσα στο νερό! Ο γιος ξαφνιάστηκε και φώναξε: «Μα τι στο καλό κάνεις πατέρα, τρελάθηκες;» Ο πατέρας είπε: «Σώπα! Ξέχνα τις λίρες! Σε πειράζει που έπεσαν στο ποτάμι γιατί κουράστηκες κι ίδρωσες για να τις κερδίσεις! Θυμάσαι πόσες λίρες ξόδεψες απ’ όσα έβγαλα εγώ τόσα χρόνια; Μάθε λοιπόν πως όποιος κερδίζει με κόπο τα λεφτά του, τα πονάει σαν τα χάνει δίχως λόγο. Εσύ ξεκίνησες από ένα μαγαζάκι πουλώντας ξύλα και κάρβουνα, κι έφερες σιγά - σιγά ζάχαρη και τσάι και λίγο - λίγο το μεγάλωσες και κατάφερες να κερδίσεις εκατό λίρες. Είδες πόσο αγαπάς τα λεφτά που κερδίζεις με κόπο και τιμή;»

Ο γιος ρώτησε τον πατέρα του αν τον αφήνει να βουτήξει στο ποτάμι για να βγάλει το σακούλι με τις λίρες κι ο πατέρας του είπε: «Τώρα είσαι αληθινός γιος μου. Έλα να δουλέψεις στο πλάι μου...»

Πηγή: Δημήτρης Β. Προύσαλης (2013). Λαϊκά παραμύθια των Παλαιστινίων. Αθήνα: Εκδόσεις Α/συνέχεια, σσ. 152-156.