Να διαβάσετε το απόσπασμα από το έργο του Μάρκες, Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας, και να προσέξετε σε ποια στοιχεία εστιάζει σχετικά με την επιδημία της χολέρας στην Ισπανία. Μπορείτε, επίσης, να δείτε πού και πώς συνδέεται αυτό το απόσπασμα με το κείμενο της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου.


Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες
Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας

  Η μόνιμη σκέψη του ήταν η επικίνδυνη κατάσταση της υγιεινής στην πόλη. […] Είχε συνειδητοποιήσει τη θανατηφόρα απειλή των πόσιμων νερών. […] Ο γιατρός Χουβενάλ Ουρμπίνο ήθελε να εξυγειάνει τον τόπο, ήθελε να φτιάξουν τα σφαγεία αλλού, να κατασκευάσουν μια κλειστή αγορά με γυάλινους θόλους, σαν αυτή που είχε δει στις παλιές αγορές της Βαρκελώνης, όπου τα τρόφιμα ήταν τόσο προκλητικά όμορφα και καθαρά, που λυπόσουν να τα φας. […]
  «Πόσο εξαιρετική θα πρέπει να είναι αυτή η πόλη», έλεγε, «που έχουμε τετρακόσια χρόνια που προσπαθούμε να την καταστρέψουμε κι ακόμα δεν τα καταφέραμε».
  Κόντευαν, ωστόσο. Η επιδημία της χολέρας, που τα πρώτα της θύματα έπεσαν κεραυνόπληκτα στις λακούβες της αγοράς, προκάλεσε, μέσα σ’ έντεκα βδομάδες, τη μεγαλύτερη θνησιμότητα στην ιστορία μας. Μέχρι τότε μερικοί διακεκριμένοι νεκροί είχαν ταφεί κάτω από τις πλάκες των εκκλησιών, στην ακατάδεκτη γειτονιά των αρχιεπισκόπων και των διοικητικών αρχών κι οι άλλοι, οι λιγότερο πλούσιοι, ήταν θαμμένοι στις αυλές των μοναστηριών. Οι φτωχοί πήγαιναν στο αποικιακό νεκροταφείο, σ’ έναν ανεμόδαρτο λόφο, χωρισμένο από την πόλη, μ’ ένα ρηχό κανάλι που η πέτρινη γέφυρά του είχε μια επιγραφή κρεμασμένη πάνω από την είσοδο, σκαλισμένη σύμφωνα με τη διαταγή κάποιου φωτισμένου δήμαρχου: Lasciate ogni speranza voi ch’ entrare⁕. Τις δυο πρώτες βδομάδες της χολέρας το νεκροταφείο ξεχείλισε και δεν έμεινε ούτε ένα σημείο διαθέσιμο στις εκκλησίες, παρόλο που είχαν πάει στο κοινό οστεοφυλάκειο τα σαρακοφαγωμένα υπόλοιπα των πολυάριθμων ανώνυμων πατέρων του έθνους. […]
  Από τη στιγμή που ανακοινώθηκε το διάταγμα της χολέρας, από το φρούριο της τοπικής φρουράς έριχναν μια κανονιά κάθε τέταρτο, μέρα και νύχτα, σύμφωνα με την τοπική προκατάληψη πως το μπαρούτι εξαγνίζει την ατμόσφαιρα. Η χολέρα ήταν πολύ πιο εξοντωτική με το μαύρο πληθυσμό, μια και ήταν πιο πολυάριθμος και πιο φτωχός, αλλά στην πραγματικότητα δεν πρόσεχε ούτε χρώματα ούτε καταγωγή. Σταμάτησε ξαφνικά όπως άρχισε και ποτέ δεν έγινε γνωστός ο αριθμός των θυμάτων της, όχι γιατί ήταν αδύνατο να μαθευτεί, αλλά γιατί ένα από τα πιο κοινά μας προτερήματα είναι η ντροπή για τις ίδιες μας τις δυστυχίες.
  Ο γιατρός Μάρκο Αουρέλιο Ουρμπίνο, πατέρας του Χουβενάλ, έγινε για τον κόσμο, ήρωας εκείνες τις καταραμένες μέρες και το πιο διάσημο θύμα τους. Μ’ επίσημη απόφαση σχεδίασε και διεύθυνε προσωπικά την υγειονομική στρατηγική, αλλά με δική του πρωτοβουλία κατάληξε να επεμβαίνει σ’ όλες τις υποθέσεις κοινωνικής τάξης, μέχρι σημείου ώστε στις πιο κρίσιμες στιγμές της επιδημίας να μην υπάρχει άλλη ανώτερη εξουσία πέρα από τη δική του. Χρόνια αργότερα, διαβάζοντας το χρονικό εκείνων των ημερών, ο γιατρός Χουβενάλ Ουρμπίνο απόδειξε πως η μέθοδος του πατέρα του ήταν περισσότερο πονόψυχη παρά επιστημονική και σε διάφορες περιπτώσεις αντίθετη στη λογική, ευνοώντας έτσι την απληστία της επιδημίας. Το απόδειξε με τη συμπόνια των παιδιών, που η ζωή τα κάνει σιγά σιγά να καταλαβαίνουν καλύτερα τους γονείς τους και, για πρώτη φορά, πόνεσε που δε βρισκόταν κοντά στον πατέρα του τις ώρες της μοναξιάς των σφαλμάτων του. Δεν παραγνώρισε όμως τα προτερήματά του: η δραστηριότητα, η αυταπάρνηση και, πάνω απ’ όλα, το προσωπικό του θάρρος άξιζαν τις πολλές τιμές που του αποδόθηκαν, όταν η πόλη συνήλθε από την καταστροφή και τ’ όνομά του δίκαια έμεινε ανάμεσα σε τόσους άλλους μεγάλους άρχοντες, άλλων πολέμων, λιγότερο ευγενικών. […]
  Το ύστατο γράμμα με το άσχημο νέο, τον έφερε αντιμέτωπο με τη βεβαιότητα του θανάτου.



Πηγή: Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 1986.



* Εγκαταλείψτε κάθε ελπίδα εσείς, που εισέρχεστε εδώ.