Ειδυλλιακή-βουκολική ποιμενική λογοτεχνία. Βλ. και ΨΜΑ Γλωσσάρι Λογοτεχνικοί Όροι: Ποιμενική λογοτεχνία και Ειδύλλιο
Τάση της νεοελληνικής πεζογραφίας (κυρίως του διηγήματος: ηθογραφικό διήγημα), περ. 1880-1910/1920. Βασικά χαρακτηριστικά της είναι:
• Η απεικόνιση σκηνών από την ύπαιθρο (στεριανή ή νησιωτική).
• Σ’ αυτήν διαβιούν και δρουν απλοί άνθρωποι του χωριού/της επαρχίας (χωριάτες, χωριάτισσες).
• Παρουσιάζεται με ρεαλιστικό (ακόμη και με νατουραλιστικό) ύφος ο λαϊκός τρόπος ζωής, τα ήθη και τα έθιμα των λαϊκών ανθρώπων, οι έρωτες, τα βάσανα,
τα περιστατικά της καθημερινότητας του αγροτοκτηνοτροφικού ή νησιωτικού πληθυσμού της Ελλάδας.
Στην (νεο)ελληνική ηθογραφία εντοπίζονται είτε η (λαογραφική) ειδυλλιακή περιγραφή του λαϊκού τρόπου ζωής είτε η κοινωνική ρεαλιστική περιγραφή (κοινωνικός Ρεαλισμός)
είτε η ψυχολογική ρεαλιστική περιγραφή του χαρακτήρα των (λαϊκών) προσώπων (ψυχολογικός Ρεαλισμός) είτε ανάμικτα όλα τα παραπάνω, μιας και αυτή η τάση της νεοελληνικής
πεζογραφίας διαμορφώθηκε κάτω από την επίδραση της επιστήμης της Λαογραφίας καθώς και των λογοτεχνικών ρευμάτων (τεχνοτροπιών) του Ρεαλισμού και του Νατουραλισμού.
Μάλιστα, ο Ρεαλισμός και ο Νατουραλισμός στη (νεο)ελληνική ηθογραφία φαίνονται τόσο από την πιστή και πειστική (μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας) απεικόνιση σκηνών του επαρχιακού
(λαϊκού) τρόπου ζωής («φωτογραφική» απεικόνιση) όσο και από την πιστή απόδοση του τρόπου ομιλίας των λαϊκών προσώπων («φωνογραφική» απεικόνιση).
Ο αφηγητής διηγείται
-κατά κανόνα- στην καθαρεύουσα (ένδειξη του λόγιου, πνευματικά καλλιεργημένου ανθρώπου). Όταν, όμως, ο αφηγητής παρουσιάζει τα λαϊκά πρόσωπα (του στεριανού ή νησιωτικού χωριού)
να μιλούν, τότε -για αυτονόητους λόγους (ρεαλιστικής /νατουραλιστικής) αληθοφάνειας- χρησιμοποιείται η λαϊκή /ιδιωματική γλώσσα.
Χαρακτηριστικοί λογοτέχνες /πεζογράφοι της
(νεο)ελληνικής ηθογραφίας είναι οι: Γ. Μ. Βιζυηνός (1849-1896), Αλ. Παπαδιαμάντης (1851-1911), Μιχαήλ Μητσάκης (1863/1868-1916), Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951), Ανδρέας Καρκαβίτσας
(1865-1922), Ιωάννης Κονδυλάκης (1862-1920), Χρήστος Χρηστοβασίλης (1855/1861/1862-1937), κ.ά.
Πηγές:
- Παρίσης, Ι., Παρίσης, Ν. Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων. Υπουργείο Παιδείας,
Θρησκευμάτων και Αθλητισμού/ΙΤΥΕ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ».
-Βελουδής, Γιώργος (1999). «Η πολυγλωσσία της Ηθογραφίας». Στο: Κοπιδάκης, Μ. Ζ. [επιστ. επιμ.], Ιστορία της ελληνικής γλώσσας,
Αθήνα: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο [=Ε.Λ.Ι.Α.], σ. 262-263.
Καλλιτεχνική τεχνοτροπία στις εικαστικές τέχνες, που αναπτύχθηκε στη Γαλλία τη δεκαετία του
1860 και μετά. Ο όρος προήλθε από τον πίνακα του Μονέ Εντύπωση: ήλιος που ανατέλλει (Impression: soleil levan) (1874).
Τα βασικά
γνωρίσματα των ιμπρεσιονιστών είναι η υποκειμενική αίσθηση της πρόσληψης του φυσικού τοπίου, τα παιχνίδια με το φως, η συνήθεια να
ζωγραφίζουν τη φύση τα ηλιόλουστα απομεσήμερα, η ιδιαίτερη σύνθεση των χρωμάτων ως προς την απεικόνιση της υπαίθρου.
Ο Μονέ, ο Ρενουάρ
(ο οποίος, αργότερα, ζωγράφιζε πρόσωπα, αλλά και γυμνά), ο Πισαρό και ο Σισλέ συγκροτούν τον πυρήνα των ιμπρεσιονιστών. Γύρω στα τέλη της
δεκαετίας του 1890 ο Ιμπρεσιονισμός είχε «επιβληθεί» διεθνώς.
Γενικότερα, ο όρος «Ιμπρεσιονισμός» ταυτίζεται με την απόδοση (της στιγμιαίας)
υποκειμενικής πρόσληψης μιας σκηνής από την πραγματικότητα, με την απεικόνιση της εντύπωσης που αφήνει στη συνείδηση ένα εξωτερικό ερέθισμα.
Πηγή: Συγγραφική ομάδα και Cuddon J.A. (2010). Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων και θεωρίας λογοτεχνίας (Γ. Παρίσης Μ. Λιάπη, μτφρ. επιστ. επιμ.). Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 242.
Ο όρος είναι πολύπτυχος και, γενικότερα, ισοδυναμεί με την καλλιτεχνική /λογοτεχνική πρωτοπορία και με κάθε είδους εκφραστικό πειραματισμό.
Ο Συμβολισμός (με ακραίο όριο την «καθαρή ποίηση») και ο Αισθητισμός είναι, ουσιαστικά, εκδοχές του Μοντερνισμού και θεωρούνται πρώιμες μορφές του. Στον καλλιτεχνικό
/λογοτεχνικό Μοντερνισμό περιέχονται ρεύματα /τεχνοτροπίες, όπως ο Κυβισμός (κυρίως στη ζωγραφική), ο Εξπρεσιονισμός, ο Φουτουρισμός, ο Ντανταϊσμός και ο Υπερρεαλισμός.
Επί της ουσίας, ο Μοντερνισμός εμφανίζεται δυναμικά στην Ευρώπη (και στην Αμερική) στα τέλη του 19ου αιώνα και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Χαρακτηριστικοί του
εκπρόσωποι είναι οι Μ. Προυστ, Α. Ζιντ, Τ.Σ. Έλιοτ, Έ. Πάουντ, Β. Γουλφ, Τζ. Τζόις κ.ά.
Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Μοντερνισμού, όσον αφορά στην ποίηση, είναι
• ο ελεύθερος στίχος
• οι πειραματισμοί με το λεξιλόγιο
• η απομάκρυνση από την παραδοσιακή μορφή
• η εγκατάλειψη του «ωραίου ύφους»
• η πεζολογία
• η επιλογή αντιποιητικών στοχείων
• η τόλμη των μεταφορών και των εικόνων
• οι απροσδόκητοι συνδυασμοί λέξεων
• η κυριαρχία του συνειρμού
• η συμβολική, ελλειπτική, υπαινικτική και πολύσημη γλώσσα
• η καταλυτική λειτουργία της φαντασίας και του ονείρου
• η κατάρρευση της λογικής συνοχής του κόσμου
• η στροφή στο υποκειμενικό
• η ανατροπή της χρονικής ακολουθίας
• το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που δείχνουν οι μοντέρνοι δημιουργοί για την αποτύπωση, μέσα στο καλλιτεχνικό /λογοτεχνικό κείμενό τους, της καλλιτεχνικής αυτοσυνείδησης:
του τρόπου που ο ίδιος ο καλλιτέχνης /λογοτέχνης προσλαμβάνει το καλλιτεχνικό /λογοτεχνικό έργο.
Η τάση αυτή αναζητά, προπάντων, την εσωτερική αλήθεια του ανθρώπου
και τη μεταφυσική διάσταση της ύπαρξής του.
Πηγές: Συγγραφική ομάδα
Cuddon J.A. (2010). Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων και θεωρίας λογοτεχνίας (Γ. Παρίσης Μ. Λιάπη,
μτφρ. επιστ. επιμ.). Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 335-336.
Παρίσης, Ι., Παρίσης, Ν. Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων. Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού/ΙΤΥΕ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ».
Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα “Μοντερνισμός”.
Σε αντίθεση με τον ρεαλισμό ο νατουραλισμός αποφεύγει την εξιδανικευμένη παρατήρηση της πραγματικότητας και επιδίδεται στην πιστή απεικόνιση- με επιστημονικές μεθόδους- σκηνών εξαθλίωσης από τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις. Οι ήρωες αναδεικνύονται ως προϊόντα του κοινωνικού τους περιβάλλοντος («milieu»), το οποίο περιγράφεται ως την τελευταία λεπτομέρεια χωρίς αισθητικές και θεματικές επιλογές.
Το κίνημα στην Ελλάδα συμφύρεται με τον ρεαλισμό: η ηθογραφία δεν είναι καθαρά νατουραλιστική, γιατί ενέχει μια δόση εξιδανίκευσης (με τους γραφικούς τύπους και το τοπικό χρώμα- «couleur locale») του αγροτικού περιβάλλοντος, ενώ η καταστροφή και απομυθοποίηση του «locus amoenus» <ιδεώδους ειδυλλιακού τόπου> είναι ένας από τους χαρακτηριστικούς στόχους του νατουραλισμού.
Πηγή: Πούχνερ, Βάλτερ & Δεσποτίδης, Αντώνης (2007). «Νατουραλισμός». Στο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πρόσωπα, Έργα, Ρεύματα, Όροι. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, σ. 1529-1530.
Βλ. ΨΜΑ Γλωσσάρι Λογοτεχνικές Γενιές / Γενιά του 1920.
Ο παρνασσισμός είναι ένα λογοτεχνικό κίνημα που εμφανίζεται στη Γαλλία γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, ως αντίδραση προς το ρομαντισμό, ο οποίος εκείνη την εποχή βρίσκεται ήδη στη φάση της παρακμής. Το νέο λογοτεχνικό κίνημα θα δια τηρήσει τη σημασία του για τρεις περίπου δεκαετίες (1850-1880) και σιγά σιγά θα εξαπλωθεί σε μερικές ακόμη χώρες, μεταξύ των οποίων και στη δική μας. Η ονομασία «παρνασσισμός» οφείλεται σε μια ποιητική ανθολογία που εκδόθηκε στη Γαλλία με τον τίτλο «Σύγχρονος Παρνασσός», και περιλάμβανε ποιήματα της δεκαετίας 1866-1876 με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. [...] στη Γαλλία, τη χώρα της γέννησής του, ο παρνασσισμός εκπροσωπείται από ποιητές όπως οι [...] Théophile Gautier, François Coppée κ.ά. [...] ενώ κάποια παρνασσικά στοιχεία μπορούμε να εντοπίσουμε και σε ορισμένους πολύ σημαντικούς ποιητές του 19ου αιώνα, όπως στον Charles Baudelaire, τον Stéphane Mallarmé, τον Lautréamont κ.ά.
Ο παρνασσισμός δίνει μεγάλη σημασία στην ακρίβεια της έκφρασης και στη λεπτομέρεια, καθώς προσπαθεί να καλλιεργήσει μιαν απρόσωπη και αντικειμενική ποίηση, εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό το επιστημονικό πνεύμα της εποχής. Σε ό,τι αφορά την επεξεργασία του στίχου, σέβεται τους ρυθμικούς, μετρικούς και στιχουργικούς κανόνες, καθώς και την ομοιοκαταληξία, και γενικά ενδιαφέρεται υπερβολικά για τη μορφή. Οι παρνασσικοί ποιητές αντλούν τα θέματα και τις εικόνες τους απ’ τη μυθολογία και την ιστορία και αναζητούν την έμπνευσή τους στους χαμένους πολιτισμούς της αρχαιότητας, ιδίως στον ελληνικό και τον ινδικό. [...]
Σε ό,τι αφορά τη νεοελληνική λογοτεχνία, ο παρνασσισμός κάνει την εμφάνισή του με την ποιητική γενιά του 1880, τη λεγόμενη Νέα Αθηναϊκή Σχολή. Και στη χώρα μας εμφανίζεται στο προσκήνιο ως αντίδραση προς το ρομαντισμό, ενώ έχει όλα τα χαρακτηριστικά του γαλλικού παρνασσισμού, τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά. Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο σε σχέση με το ρομαντισμό, είναι ότι ο παρνασσισμός αρνείται την καθαρεύουσα και στρέφεται προς τη δημοτική (οι Έλληνες παρνασσικοί ποιητές
ανήκουν στη λεγόμενη γενιά του δημοτικισμού). [...]
Πηγή: Παρίσης, Ι., Παρίσης, Ν. Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων. Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού/ΙΤΥΕ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ».
Καλλιτεχνική/λογοτεχνική τεχνοτροπία (καλλιτεχνικό/λογοτεχνικό ρεύμα). Πρεσβεύει την πιστή και πειστική απεικόνιση της κοινωνικής πραγματικότητας. Εφαρμόζει, δηλαδή, την αρχή της αληθοφάνειας (της αριστοτελικής «μιμήσεως»).
Ουσιαστικά, ο ρεαλιστής λογοτέχνης/πεζογράφος απεικονίζει πιστά τα κοινωνικά προβλήματα σε ορισμένο τόπο και χρόνο (π.χ. τη φτώχεια, την ανεργία, την εκμετάλλευση του ανίσχυρου από τον ισχυρό, την υποδεέστερη θέση της γυναίκας μέσα στην ανδροκρατούμενη κοινωνία και, γενικότερα, τις άδικες και άνισες σχέσεις που δημιουργεί το κεφαλαιοκρατικό/καπιταλιστικό οικονομικοκοινωνικό σύστημα: κοινωνικός/κριτικός Ρεαλισμός).
Συγχρόνως, ο ρεαλιστής λογοτέχνης διεισδύει στον ψυχισμό του ήρωα/των ηρώων. Αναλύει τις συναισθηματικές διακυμάνσεις τους, τα κίνητρα των πράξεών τους, τις αντιλήψεις, τη βιοθεωρία και την κοσμοθεωρία τους, τις εσωτερικές τους αντιφάσεις, τις συγκρούσεις τους ανάμεσα στις επιθυμίες τους και τις κοινωνικές επιταγές, ανάμεσα στον προσωπικό τους κώδικα αξιών και στον κυρίαρχο κοινωνικό/πολιτισμικό αξιακό κώδικα (ψυχολογικός Ρεαλισμός).
Ο Ρεαλισμός εμφανίζεται στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία γύρω στα 1850 κι έπειτα ως εναντίωση στον Ρομαντισμό (στο ξεχείλισμα της φαντασίας, στο έντονο μεταφυσικό στοιχείο).
Στη νεοελληνική λογοτεχνία/πεζογραφία εμφανίζεται έντονα γύρω στο 1880 και ύστερα, με το μυθιστόρημα Λουκής Λάρας (1879) του Δ. Βικέλα, με τα διηγήματα του Γ.Μ. Βιζυηνού,
του Α. Παπαδιαμάντη, του Α. Καρκαβίτσα και άλλων (στο πλαίσιο της ελληνικής ηθογραφίας). Πρώιμες φανερώσεις του ρεαλισμού εντοπίζονται στα
λογοτεχνικά πεζογραφήματα Θάνος Βλέκας (1855) του Π. Καλλιγά, Η πάπισσα Ιωάννα (1866) του Ε. Ροΐδη και Η Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι (1870-71) άγνωστου συγγραφέα.
Πηγές: Συγγραφική ομάδα και Παρίσης, Ι., Παρίσης, Ν. Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων. Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού/ΙΤΥΕ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ».
Ο Ρομαντισμός είναι ένα από τα πιο σημαντικά κινήματα όλων των εποχών και αυτό ισχύει τόσο για τη λογοτεχνία και την τέχνη όσο και για τον χώρο του πνεύματος και των ιδεών γενικότερα. Επικρατεί, μεταξύ άλλων, στη ζωγραφική ((Delacroix, Géricault, Ingres, Friedrich. Turner κ.ά.), τη μουσική (Beethoven, Schubert, Berlioz, Chopin, Verdi, Wagner κ.ά.) και στη λογοτεχνία (Ρ. Β. Shelley, John Keats, William Wordsworth, Byron κ.ά. στην Αγγλία, η ομάδα Sturm und Drang (=Θύελλα και Ορμή) και οι Novalis, E. Τ. Α. Hoffman, Friedrich Schiller, Goethe κ.ά. στη Γερμανία, καθώς και οι Victor Hugo, Lamartin, Madame de Staël, Chateaubriand κ.ά. στη Γαλλία). Ο Ρομαντισμός κυριαρχεί στις τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές λογοτεχνίες (αγγλική, γαλλική, γερμανική) από τα τέλη του 18ου ως τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, ενώ με κάποια καθυστέρηση εμφανίζεται και σε πολλές άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα.
Παρά τις επιμέρους ιδιομορφίες, δεν είναι δύσκολο να ανιχνεύσουμε έναν πυρήνα βασικών χαρακτηριστικών.
• Πρώτα απ' όλα, ο ρομαντικός ποιητής συγκρούεται με τον κλασικισμό και με το ορθολογικό πνεύμα του διαφωτισμού.
• Αμφισβητεί όλους τους κανόνες, την τυποποίηση, τις ηθικές αξίες του κλασικού παρελθόντος και, γενικότερα, την παράδοση.
• Στη θέση όλων αυτών τοποθετεί το συναίσθημα και τη φαντασία, το απόλυτο και το υπερβολικό, το συγκινησιακό και το ιδανικό.
• Ο δημιουργός αισθάνεται πλέον απόλυτα ελεύθερος να αποκαλύψει μέσα από την τέχνη την προσωπική του ιδιοφυία και κάθε του διαίσθηση.
• Όλα αυτά οδηγούν το Ρομαντισμό στο παράδοξο και το μυστηριώδες, το όνειρο, το υπερφυσικό και τον εξωτισμό, το ασαφές και το συγκεχυμένο, σε συνδυασμό με μια διάχυτη μελαγχολία και
απαισιοδοξία, καθώς και μια νοσταλγική διάθεση για τα περασμένα (όχι όμως για το κλασικό παρελθόν).
• Από πλευράς μορφής, καταργούνται πολλοί παραδοσιακοί κανόνες
και βλέπουμε ποιητικό ρυθμό στην πεζογραφία ή το αντίστροφο· το λεξιλόγιο διευρύνεται και η εικόνα μετατρέπεται σε βασικό στοιχείο του έργου, μαζί με τον έντονο ρυθμό και
τα ηχητικά τεχνάσματα.
• Σε ό,τι αφορά τη θεματογραφία, υπάρχει καταρχήν μια ιδιαίτερη επιμονή στο «εγώ» του δημιουργού ή του ήρωα, ένας έντονος δηλαδή ατομικισμός και εγωκεντρισμός.
• Κατά τα άλλα, οι ρομαντικοί δείχνουν μια προτίμηση για θέματα όπως η προσωπική εμπειρία της φύσης, ο θεός, η περιπέτεια, ο έρωτας (συνήθως μελαγχολικός ή καταδικασμένος),
ο ηρωισμός και οι αγώνες για την ελευθερία κτλ.
• Επίσης, με τον Ρομαντισμό έχουμε μια στροφή προς τους μεσαιωνικούς ευρωπαϊκούς θρύλους και τις παραδόσεις ή προς τη μυθολογία
κάθε λαού για άντληση θεμάτων.
• Τέλος, οι ρομαντικοί αρέσκονται στη χρησιμοποίηση υποβλητικών σκηνικών, όπως τα νυχτερινά φεγγαρόλουστα τοπία, τα ερείπια, οι τάφοι, οι μακάβριες
εικόνες θανάτου κτλ.
• Θα πρέπει επίσης να πούμε ότι ως γνήσιο κίνημα, ο Ρομαντισμός ενδιαφέρεται για τη σύνδεση τέχνης και ζωής.
• Γι' αυτό και αγκαλιάζει τους αγώνες των λαών
για ελευθερία, δημοκρατία και εθνική ανεξαρτησία, πιστεύει στα ιδανικά της επανάστασης και, γενικότερα, επιδιώκει την πολιτική δράση.
• Ακόμη, καλλιεργώντας το πάθος για τον
περιηγητισμό, την περιπέτεια και το ταξίδι, ο Ρομαντισμός δίνει την ευκαιρία στους Ευρωπαίους να ανακαλύψουν μακρινές περιοχές και πολιτισμούς, και ιδιαίτερα τον κόσμο της Αφρικής
και της Μέσης Ανατολής.
Πηγές: Συγγραφική ομάδα και Παρίσης, Ι., Παρίσης, Ν. Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων. Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού/ΙΤΥΕ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ».
Με την έννοια που τον μεταχειρίζονται οι ιστορικοί της λογοτεχνίας, [...] ο όρος συμβολιστικό κίνημα αφορά συγκεκριμένα μια ομάδα
Γάλλων συγγραφέων που ξεκίνησε με τον Charles Baudelaire (Τα άνθη του κακού [Les Fleurs du mal, 1857]) και κατόπιν συμπεριέλαβε άλλους ποιητές, όπως ο Arthur Rimbaud, ο Paul Verlaine,
ο Stéphane Mallarmé και ο Paul Valéry. Ο Baudelaire στήριξε το συμβολικό τρόπο των ποιημάτων του εν μέρει στο παράδειγμα του Αμερικανού Edgar Allan Poe [...].
Πηγή: Abrams, M.H.
(2005). Λεξικό λογοτεχνικών όρων (Γ. Δεληβοριά - Σ. Χατζηιωαννίδου, Μτφρ.). Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, σ. 460-461.
Για τον συμβολιστή ποιητή, η πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε
με τις αισθήσεις μας, δηλαδή ο εξωτερικός κόσμος, δεν έχει κανένα ποιητικό ενδιαφέρον. Ωστόσο, τα πράγματα αυτού του κόσμου η ποίηση μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ως διαμεσολαβητές,
ως σύμβολα, για να φτάσει στο αληθινό της αντικείμενο: στην έκφραση ιδεών, ψυχικών ή νοητικών καταστάσεων, συναισθημάτων κτλ.· ή, μ’ άλλα λόγια, στο ασυνείδητο και στο μυστήριο του
εσωτερικού μας κόσμου.
Με βάση αυτή τη γενική αρχή, τα χαρακτηριστικά της συμβολιστικής ποίησης μπορούν να καθοριστούν ως εξής:
η προσπάθεια απόδοσης των ψυχικών καταστάσεων
με τρόπο έμμεσο και συμβολικό, δηλαδή μέσα από τη χρήση των συμβόλων [...]
η αποφυγή της σαφήνειας και η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός κλίματος ρευστού, συγκεχυμένου, ασαφούς
και θολού, που συνυπάρχει με μια διάθεση ρεμβασμού, μελαγχολίας και ονειροπόλησης,
η έντονη πνευματικότητα, ο ιδεαλισμός και, σε πολλές περιπτώσεις, ο μυστικισμός,
η προσπάθεια
να ταυτιστεί η ποίηση με τη μουσική, που εκδηλώνεται με την έντονη μουσικότητα και τον υποβλητικό χαρακτήρα του στίχου [...],
οι πολλές τεχνικές, μορφολογικές και
εκφραστικές καινοτομίες: χαλαρή ομοιοκαταληξία, ανομοιοκατάληκτος ή ελεύθερος στίχος, πολλά και πρωτότυπα σχήματα λόγου, ιδιόρρυθμη σύνταξη, νέο λεξιλόγιο κτλ.,
ο
περιορισμός του νοηματικού περιεχομένου του ποιήματος στο ελάχιστο: η ποίηση [...] γίνεται [...] καθαρή ποίηση (poésie pure), γεμάτη μαγεία και γοητεία. [...].
Πηγή: Παρίσης,
Ι., Παρίσης, Ν. Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων. Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού/ΙΤΥΕ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ».
Απόδοση στα ελληνικά του γαλλικού όρου «surréalisme», ο οποίος απαντά στα ελληνικά και ως σουρεαλισμός. Πρόκειται για ποιητικό και
καλλιτεχνικό κίνημα, το σημαντικότερο και διαρκέστερο από όσα εμφανίστηκαν στον 20ό αιώνα. Θεμελιωτής και κύριος θεωρητικός του κινήματος είναι ο Γάλλος συγγραφέας André
Breton, ο οποίος, μαζί με πλειάδα άλλων συγγραφέων (Philippe Soupault, Luis Aragon, Paul Éluard κ.ά.), με τους οποίους δεν διατήρησε πάντοτε φιλικές σχέσεις, είχε αναμειχθεί
στο κίνημα του Νταντά, από το οποίο αποχώρησε το 1923. Το 1924 τύπωσε το Manifeste du surréalisme (Μανιφέστο του υπερρεαλισμού), θεωρητική διακήρυξη όπου διατυπώνεται ο
πιο εύστοχος μέχρι σήμερα ορισμός του υπερρεαλισμού.
Σύμφωνα με τον Breton, υπερρεαλισμός είναι «ο καθαρός ψυχικός αυτοματισμός, με τον οποίο αποβλέπουμε στο να εκφράσουμε,
προφορικά ή γραπτά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την πραγματική λειτουργία της σκέψης. Αυτό που υπαγορεύει η σκέψη χωρίς τον παραμικρό έλεγχο της λογικής και πέρα από κάθε
αισθητικό ή ηθικό έλεγχο». Κατά τους υπερρεαλιστές, η απελευθέρωση του πνεύματος και η αποκατάσταση ουσιαστικών σχέσεων με ταξύ ανθρώπου και σύμπαντος επιτυγχάνεται με την
απαλλαγή του από τις κοινωνικές συμβατικότητες. Τα όνειρα, οι παραισθήσεις και η αυτόματη γραφή (που υπαγορεύεται από το ασυνείδητο, χωρίς τον έλεγχο και την αυθεντία λογικών
ή ηθικών προκαταλήψεων) αποτελούν τα μέσα για να επικοινωνήσουμε με την «υπερ-πραγματικότητα», με τον «υπερρεαλισμό». [...]
Πηγή: Δασκαλόπουλος, Δ. Στο Λεξικό Νεοελληνικής
Λογοτεχνίας, Πρόσωπα, Έργα, Ρεύματα, Όροι (2008, β΄ ανατύπωση). Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, σ. 2244.