Αλληγορία

• Όταν κάτι αποδίδεται με άλλα λόγια· συχνά χρησιμοποιούνται, αλληγορικά στοιχεία της φύσης/του ζωικού βασιλείου για να περιγραφούν ανθρώπινες συμπεριφορές, π.χ. άναψε ο γιαλός και κάηκαν τα ψάρια [έγινε έξαλλη από τον θυμό].

Ειρωνεία

• Συνήθεις (ειρωνικοί) τύποι είναι η λεκτική/φραστική ειρωνεία και η δομική ειρωνεία.
• Η λεκτική/φραστική ειρωνεία σημαίνει ότι κάποιος άλλα λέει και άλλα εννοεί. Δηλαδή, η σημασία μιας λέξης/ φράσης είναι αντίθετη από την κυριολεκτική της.
• Αποτελεί έμμεση αποστασιοποίηση/κριτική προς ένα πρόσωπο, μια άποψη, μια κατάσταση, η οποία εμπεριέχει την έμμεση γελοιοποίηση της.
• Δεν πρέπει να συγχέεται με τη σάτιρα/παρωδία (=εμφανής παρώδηση -διακωμώδηση) και με το σαρκασμό/χλευασμό (=εμφανής απαξίωση και στηλίτευση).
• Όσον αφορά τον αναγνώστη αυτός προσλαμβάνει την ειρωνεία μ’ ένα ελαφρό μειδίαμα.
• Η δομική ειρωνεία, από την άλλη, σημαίνει ότι ο λογοτέχνης εισάγει στην ιστορία ένα ορισμένο/σταθερό νόημα, έχοντας κατευθύνει, εκ των προτέρων, τον αναγνώστη προς μία ορισμένη έκβαση της υπόθεσης, η οποία -όμως- στην πορεία ανατρέπεται, διαψεύδεται.
• Συχνά εμφανίζεται με την ύπαρξη ενός αφελούς ήρωα (ή αφηγητή) που θεωρεί ότι η πραγματικότητα είναι έ τ σ ι, ενώ -τελικώς- είναι α λ λ ι ώ ς.
• [Άλλες, ειδικότερες, μορφές ειρωνείας είναι η σωκρατική ειρωνεία, η δραματική/τραγική ειρωνεία, η κοσμική ειρωνεία και η ρομαντική ειρωνεία.]

Λογοπαίγνιο

• Παιχνίδια λέξεων που στηρίζονται εν πολλοίς στην ομοηχία τους, λ.χ. στο σκωπτικό: Οι ολιγάρχες της Μόσχας είναι…μοσχοαναθρεμμένοι.

Μεταφορά

• Η σημασία ενός πράγματος μεταφέρεται κατ’ αναλογίαν ως ιδιότητα σε ένα άλλο, μέσω μιας περισσότερο ή λιγότερο αισθητής ομοιότητας, που είναι κατά βάση ψυχολογική [...] π.χ. φύλλα δέντρου-φύλλα της καρδιάς (ο λόγος της ομοιότητας εδώ είναι πολύ λιγότερο έκδηλος απ’ ό,τι στα φύλλα του χαρτιού, του διπλωμένου υφάσματος, του παράθυρου ή της πόρτας).

Μετωνυμία

• Σχήμα συγγενικό με τη μεταφορά.
• Υποκατάσταση ενός πράγματος από κάποιο άλλο με τη διαφορά ότι κατά τη μεταφορά συνδέονται και εξομοιώνονται ανόμοια μεταξύ τους πράγματα.
• Στη μετωνυμία εκείνο που αντικαθίσταται πρέπει να έχει σχέση συνάφειας με αυτό που το υποκαθιστά.
• Έμφαση στη μετωνυμία πέφτει στο συγκεκριμένο, σε κύρια ονόματα (προσώπων ή τόπων) ή σε αφηρημένα προσηγορικά.
• Παραδείγματα: το όνομα του δημιουργού αντί για το έργο ή το εφεύρημα (π.χ. δες τι γράφει ο Μπαμπινιώτης αντί: το Λεξικό του Μπαμπινιώτη).
• Μετωνυμίες είναι και τα ακόλουθα: ο Άρης [αντί: ο πόλεμος ], ο Ήφαιστος [αντί: η φωτιά ], το καλαμάρι [αντί: οι εγγράμματοι], το σανίδι [αντί: το θέατρο].
• Για αφηρημένο προσηγορικό μετωνυμία είναι: το περιέχον αντί για το περιεχόμενο, π.χ. δώστε τόπο στα νιάτα [αντί: στους νέους].

Οξύμωρο (ή παραδοξολογία)

• Σε ένα σύνταγμα λέξεων, η μία συγκρούεται νοηματικά με την άλλη. Π.χ. Μέσα στα χιόνια καίγομαι και στη φωτιά μαργώνω (δημοτικό).

Παρομοίωση

• Δύο διαφορετικά πράγματα συσχετίζονται μέσω μιας κοινής ιδιότητας, με το ομοιωματικό μόριο «σαν»/«ωσάν» ή με την περίφραση «όπως/καθώς...έτσι και...», π.χ. μαύρη σαν κάρβουνο, σκληρός σαν ατσάλι, πιστός σαν σκύλος, όπως κυλάει το ποτάμι έτσι κυλάει και η ζωή κ.ο.κ.

Προσωποποίηση

• Όταν αποδίδονται ανθρώπινες ιδιότητες σε άψυχα ή σε αφηρημένες έννοιες.
• Παράδειγμα: Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη (Σολωμός).

Σύμβολο

• Μπορεί να είναι κάθε αντικείμενο που χρησιμοποιείται για να αποδώσει κάτι άλλο από αυτό που σημαίνει κυριολεκτικά.
• Για παράδειγμα, το ρόδο είναι ένα λουλούδι, αλλά μπορεί να συμβολίζει και την ομορφιά.

Το σχήμα του αδυνάτου

• Το συναντούμε συχνά στη δημοτική ποίηση (όπως και στην επώνυμη λογοτεχνία ήδη από την αρχαιότητα), μπορεί να θεωρηθεί εκδοχή του σχήματος της υπερβολής.
• Συνήθως στην περίπτωση αυτή πρόκειται για φυσικά φαινόμενα που είναι αδύνατον να μεταβληθούν, τονίζοντας έτσι το αμετάβλητο μιας κατάστασης.
• Π.χ. Όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι θε να σε πάρω γι’ άντρα μου, θε να σε κάνω ταίρι.

Υπερβολή

• Αυτό που λέγεται, ξεπερνάει κατά πολύ τις πραγματικές διαστάσεις αυτού που περιγράφεται, π.χ. το αίμα έτρεχε ποτάμι.