Αφού διαβάσετε το παρακάτω κείμενο για την τραγωδία και για το έργο Ιφιγένεια η εν Ταύροις, μπορείτε:
1. Να διαβάσετε απόσπασμα από το έργο Ιφιγένεια η εν Ταύροις (δράμα σε πέντε πράξεις) του Γκαίτε σε μετάφραση Κ. Χατζόπουλου: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
2. Να οργανώσετε εκπαιδευτική εκδρομή της τάξης σας στη Βραυρώνα, στο Ιερό της Αρτέμιδος και στο Μουσείο της Βραυρώνας. Περιήγηση στον χώρο: Εφορεία Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής


Η τραγωδία

Η τραγωδία, με προέλευση θρησκευτική και μάλιστα διονυσιακή (γιορτές λατρείας του θεού Διονύσου, δραματικοί αγώνες), εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα νέο λογοτεχνικό είδος το οποίο αναπτύχθηκε κυρίως στη διάρκεια του 5ου αιώνα, στη χρυσή εποχή της Αθήνας. Οι συγγραφείς των τραγωδιών αντλούν τα θέματά τους συνήθως από τη μυθολογία, τα συνδέουν όμως με την επικαιρότητα και τους προβληματισμούς τους. Η παράσταση των τραγωδιών στο θέατρο γινόταν στις μεγάλες γιορτές (Μεγάλα Διονύσια, Λήναια κ.ά.), στη διάρκεια των οποίων πραγματοποιούνταν δραματικοί αγώνες. Η τραγωδία απαρτίζεται από διαλογικά-επικά μέρη (διάλογος, αφήγηση) και από λυρικά-χορικά μέρη (με συνοδεία χορού και μουσικής). Ο Αριστοτέλης έδωσε τον ορισμό της τραγωδίας και οι τρεις μεγάλοι τραγικοί ποιητές, έργα των οποίων σώζονται σήμερα, είναι οι: Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης.


Ιφιγένεια η εν Ταύροις

Ο Ευριπίδης έμαθε ότι στις Αλές (παραθαλάσσια περιοχή με αλυκές κοντά στη Βραυρώνα) και στη Βραυρώνα της Αττικής τελούνται από πολύ παλιά κάποια έθιμα για τη θεά του κυνηγιού Αρτέμιδα, την οποία υπηρετούσαν ιέρειες [πρόκειται για την περιοχή που σήμερα βρίσκεται ανάμεσα στη Βραυρώνα, τη Ραφήνα (αρχαία Αραφήνα) και τη Λούτσα/Άρτέμιδα].

Στα χρόνια του Ευριπίδη φαίνεται ότι υπήρχε το πανάρχαιο λατρευτικό έθιμο της συμβολικής ανθρωποθυσίας, σύμφωνα με το οποίο έσταζαν λίγο ανθρώπινο αίμα στον βωμό της θεάς. Αυτό το έθιμο και άλλα σχετικά με τη θεά του κυνηγιού αποτέλεσαν την αφορμή της συγγραφής της τραγωδίας, καθώς ο ποιητής ήθελε να δώσει μια εξήγηση για την προέλευση των λατρευτικών εθίμων που τελούνταν στη Βραυρώνα προς τιμή της θεάς Αρτέμιδος. Έτσι έγραψε την Ιφιγένεια την εν Ταύροις που παρουσιάστηκε στο θέατρο το 413 π.Χ. Είναι ένα σημαντικό έργο, στο οποίο δεν υπάρχει τραγικό τέλος, αλλά ευχάριστο, στοιχείο που προαναγγέλλει ότι κάτι αλλάζει στον κόσμο και αποτελεί χαρακτηριστικό που αποτυπώνεται γενικά στις τραγωδίες του ποιητή.

Στην αρχή του έργου, στον μονόλογο της Ιφιγένειας, που είναι εκτενής, δίνονται όλες οι απαραίτητες πληροφορίες, για να παρακολουθήσουν οι θεατές το έργο. Δηλαδή, η Ιφιγένεια παρουσιάζει το γενεαλογικό της δένδρο, τη θυσία της στην Αυλίδα και τη διάσωσή της από τη θεά και εξηγεί πώς βρέθηκε στη βαρβαρική χώρα των Ταύρων, εξασφαλίζοντας με τη θυσία της ούριο άνεμο στους Αχαιούς για την εκκίνηση της Τρωικής Εκστρατείας (Ιφιγένεια η εν Αυλίδι).

Η θεά έσωσε την Ιφιγένεια, η οποία έκτοτε την υπηρετεί στον ναό της στη χώρα των Ταύρων, στη σημερινή Κριμαία. Εκεί κατέφτασαν ο αδερφός της Ορέστης με τον Πυλάδη, τον φίλο του και σύζυγο της αδερφής του Ισμήνης, για να μεταφέρει στην Αττική το ξόανο της θεάς και να εξαγνιστεί έτσι από τη μητροκτονία, σύμφωνα με χρησμό του Απόλλωνα. Το ντόπιο έθιμο της ανθρωποθυσίας των ξένων δημιουργεί ένταση στο έργο και στους θεατές, αλλά όταν η Ιφιγένεια μαθαίνει ότι οι ξένοι ήρθαν από το Άργος, αποφασίζει να σώσει τον έναν, για να μεταφέρει μήνυμά της στην πατρίδα. Η πληροφορία ότι ζει ο αδερφός της και η αναγνώριση στη συνέχεια των αδερφών οδηγεί στην κοινή απόφασή τους να αναζητήσουν τρόπο διαφυγής, παίρνοντας και το άγαλμα της θεάς. Σχεδιάζουν πώς θα ξεγελάσουν τον βασιλιά των Ταύρων Θόα, για να αποπλεύσουν με το πλοίο του Ορέστη και του Πυλάδη για τη Βραυρώνα. Σημαντικό ρόλο στο έργο παίζει ο χορός των Ελληνίδων αιχμαλώτων, οι οποίες, όπως υποσχέθηκαν, κράτησαν το μυστικό της απόδρασης και ξεσπούν σε ένα νοσταλγικό τραγούδι για την πατρίδα, κοιτάζοντας στη θάλασσα ένα θαλασσοπούλι που πετάει για το Άργος (νόστος). Αν και η παρουσία του χορού είναι πολύ περιορισμένη στον Ευριπίδη, σε σχέση με τους Αισχύλο και Σοφοκλή, εντούτοις ο ρόλος του σε αυτό το έργο είναι σημαντικός, καθώς συνδέεται άμεσα με την πλοκή και εξέλιξή του, με το εύρημα της εχεμύθειας. Το λυρικό του ξέσπασμα επιβεβαιώνει ότι τα άτομα που απαρτίζουν τον χορό στα έργα του Ευριπίδη συμπεριφέρονται όπως και οι καθημερινοί άνθρωποι, όπως οι θεατές, οι οποίοι συμπάσχουν με τον χορό και χαίρονται για τη στάση του.


Αναβίωση της τραγωδίας

Προσπάθειες αναβίωσης της τραγωδίας στην Ελλάδα έχουμε με τις Δελφικές Γιορτές από τον Άγγελο Σικελιανό και την Εύα Πάλμερ (από το 1914), με το Φεστιβάλ Επιδαύρου (από το 1954), το Φεστιβάλ Αθηνών (από το 1955) κ.ά. Επίσης, την αρχαία τραγωδία ανέδειξαν ο Δημήτρης Ροντήρης και ο Κάρολος Κουν. Πολλές όμως αρχαίες ελληνικές τραγωδίες και κωμωδίες έχουν διασκευαστεί και από ξένους συγγραφείς και έχουν παιχτεί από αξιόλογους σκηνοθέτες στα σύγχρονα θέατρα ανά τον κόσμο.

Μια εικόνα από την Επίδαυρο
Μια εικόνα από την Επίδαυρο
Zde, CC BY-SA 4.0, via Wikimedia Commons

Η Ιφιγένεια η εν Ταύροις, η οποία έγινε ακόμη και όπερα (από τον Κροστόφ Γκλουκ), διασκευάστηκε με επιτυχία και από τον Γιόχαν Βόλφγκανκ φον Γκαίτε, σημαντικό Γερμανό λογοτέχνη και φιλέλληνα, ο οποίος δούλεψε πολλές φορές το κείμενό του και από πεζό το μετέτρεψε στην τελική μορφή του σε στίχους. Το έργο εκδόθηκε στη Λειψία και για πρώτη φορά παίχτηκε στη Βιέννη το 1800. Ο ίδιος ο Γκαίτε είχε τον ρόλο του Ορέστη. Η πλοκή βασίζεται βέβαια στην αρχαία τραγωδία, αλλά υπάρχουν και αρκετές διαφοροποιήσεις. Ο Γκαίτε παρουσιάζει την Ιφιγένεια να βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα να αποφασίσει ανάμεσα στην ευγνωμοσύνη και τους οικογενειακούς δεσμούς και να πιστεύει πως το αιματηρό παρελθόν μπορεί να νικηθεί με τη συγχώρεση. Η Ιφιγένεια του Γκαίτε αρνείται να εξαπατήσει τον ερωτευμένο μαζί της βασιλιά Θόα, στον οποίο οφείλει ευγνωμοσύνη, και αποφασίζει να του ομολογήσει το σχέδιο απόδρασης. Απευθύνεται στον ανθρωπισμό του και η έκκλησή της έχει θετικό αποτέλεσμα.

Η Ιφιγένεια η εν Ταύροις του Γκαίτε θεωρήθηκε ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της Γερμανικής Λογοτεχνίας.


Πηγές:

  1. Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
  2. Albin Lesky, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Αγ. Τσοπανάκη, 5η εκδ. αναθεωρημένη, Εκδοτικός Οίκος ΑΦΩΝ Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1985.
  3. Φάνης Ι. Κακριδής, Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία, εκδ. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη], Θεσσαλονίκη 2005.