∼ Απομαγνητοφωνημένο κείμενο ∼
Πιες και διασκέδασε λιγάκι, είπε ο αλχημιστής, διαπιστώνοντας ότι το αγόρι γινόταν όλο και πιο χαρούμενο. Ν’ αναπαυτείς, όπως συνήθως αναπαύεται ο πολεμιστής πριν από τη μάχη. Μην ξεχάσεις όμως ότι όπου είναι η καρδιά σου, εκεί και ο θησαυρός σου. Και πρέπει οπωσδήποτε να βρεις το θησαυρό σου, για να έχουν νόημα όσα έχεις ανακαλύψει στο δρόμο σου. […]
− Τι να κάνω για να βυθιστώ στην έρημο;
− Ν’ ακούσεις την καρδιά σου. Αυτή γνωρίζει όλα τα
πράγματα, επειδή κατάγεται από την Ψυχή του Κόσμου, στην οποία
και θα επιστρέψει μια μέρα.
Προχώρησαν σιωπηλοί άλλες δυο μέρες. Ο αλχημιστής
ήταν τώρα πιο προσεκτικός, γιατί πλησίαζαν την περιοχή των πιο
σκληρών μαχών. Και το αγόρι προσπαθούσε ν’ ακούσει την καρδιά
του.
Ήταν μια δύσκολη καρδιά· μέχρι τώρα είχε συνηθίσει
να φεύγει πάντα, από δω και πέρα ήθελε να επιστρέψει πάση θυσία.
Μερικές φορές, η καρδιά του διηγιόταν με τις ώρες ιστορίες
νοσταλγίας, άλλες φορές συγκινούνταν με την ανατολή του ήλιου
στην έρημο, κάτι που έκανε το αγόρι να δακρύζει κρυφά. Η καρδιά
χτυπούσε πιο γρήγορα, όταν έλεγε στο αγόρι για το θησαυρό,
χτυπούσε, όμως, πιο αργά όταν το βλέμμα του αγοριού χανόταν στον
απέραντο ορίζοντα της ερήμου. Ποτέ, όμως, δε σιωπούσε, ακόμη κι
αν το αγόρι δεν αντάλλαζε λέξη με τον αλχημιστή.
− Γιατί πρέπει ν’ ακούμε την καρδιά;, ρώτησε
το αγόρι εκείνη τη μέρα, καθώς έστηναν τη σκηνή.
− Γιατί όπου είναι η καρδιά σου, εκεί είναι και ο
θησαυρός σου.
− Η καρδιά μου είναι ταραγμένη, είπε το αγόρι.
Βλέπει όνειρα, συγκινείται, είναι ερωτευμένη με μια γυναίκα
της ερήμου. Μου ζητά πράγματα και, πολλές νύχτες, όταν τη
σκέφτομαι, δε μ’ αφήνει να κοιμηθώ.
− Αυτό είναι καλό. Η καρδιά σου είναι ζωντανή.
Συνέχιζε ν’ ακούς αυτά που έχει να σου πει.
[…]
− Η καρδιά μου με προδίδει, είπε το αγόρι στον
αλχημιστή, όταν έκαναν στάση για να ξεκουραστούν τα άλογα.
Δε θέλει να συνεχίσω.
− Αυτό είναι καλό. Αποδεικνύει ότι η καρδιά σου
είναι ζωντανή. Είναι φυσικό να φοβάσαι να ανταλλάξεις μ’ ένα
όνειρο όσα έχεις καταφέρει μέχρι τώρα.
− Τότε γιατί πρέπει ν’ ακούω την καρδιά μου;
− Γιατί ποτέ δε θα καταφέρεις να την κάνεις να
βουβαθεί. Ακόμη κι αν προσποιηθείς ότι δεν ακούς τι σου λέει,
αυτή θα είναι μέσα στο στήθος σου, επαναλαμβάνοντας πάντα αυτό
που σκέφτεται για τη ζωή και τον κόσμο.
− Ακόμη κι αν με προδώσει;
− Προδοσία είναι το απροσδόκητο χτύπημα. Αν
γνωρίζεις καλά την καρδιά σου, δε θα σε αιφνιδιάσει ποτέ.
Γιατί θα γνωρίζεις τα όνειρα και τις επιθυμίες σου και θα
ξέρεις πώς ν’ αντιδράσεις. Κανείς δεν μπορεί ν’ αγνοήσει την
καρδιά του. Επομένως, είναι καλύτερα ν’ ακούς τι σου λέει. Για
να μην καταφέρει ποτέ να σε αιφνιδιάσει.
Το αγόρι εξακολουθούσε ν’ ακούει την καρδιά του, ενώ
προχωρούσαν στην έρημο. Σιγά σιγά έμαθε τις πονηριές και τα
κόλπα της, έμαθε να τη δέχεται όπως ήταν.
Τότε το αγόρι έπαψε να φοβάται κι έπαψε και η
επιθυμία του να γυρίσει πίσω, γιατί κάποιο απόγευμα η καρδιά του
του είπε ότι ήταν ευχαριστημένη.
«Μπορεί να διαμαρτύρομαι μερικές φορές», έλεγε η καρδιά
του,
επειδή είμαι μια καρδιά ανθρώπου και οι καρδιές των ανθρώπων
είναι έτσι. Φοβούνται να πραγματοποιήσουν τα μεγαλύτερά τους
όνειρα, επειδή νομίζουν ότι δεν το αξίζουν ή ότι δε θα τα
καταφέρουν. Εμείς οι καρδιές πεθαίνουμε από το φόβο, μόνο και
μόνο που σκεφτόμαστε αγάπες που έφυγαν για πάντα, στιγμές που
θα μπορούσαν να είναι καλές και δεν ήταν, θησαυρούς που θα
μπορούσαν να είχαν ανακαλυφθεί και όμως έμειναν για πάντα
θαμμένοι στην άμμο. Γιατί όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει, στο
τέλος υποφέρουμε πολύ».
− Η καρδιά μου φοβάται τον πόνο, είπε το αγόρι
στον αλχημιστή μια νύχτα που κοιτούσαν τον αφέγγαρο ουρανό.
− Πες της ότι ο φόβος του πόνου είναι χειρότερος
κι από τον ίδιο τον πόνο. Και ότι καμιά καρδιά δεν υπέφερε
ποτέ όταν ξεκίνησε να αναζητήσει τα όνειρά της, γιατί κάθε
στιγμή αναζήτησης είναι μια στιγμή συνάντησης με το Θεό και
την αιωνιότητα.
[…]
«Ο κάθε άνθρωπος πάνω στη γη έχει ένα θησαυρό που
τον περιμένει», του είπε η καρδιά του.
«Εμείς οι καρδιές, συνήθως, μιλάμε σπάνια γι’ αυτούς τους
θησαυρούς, γιατί οι άνθρωποι δε θέλουν πια να τους βρουν. Μόνο
στα μικρά παιδιά μιλάμε. Μετά αφήνουμε τη ζωή να οδηγήσει τον
καθένα στον προορισμό του. Αλλά, δυστυχώς, λίγοι είναι εκείνοι
που ακολουθούν το δρόμο που είναι χαραγμένος γι’ αυτούς, το
δρόμο του Προσωπικού Μύθου και της ευτυχίας. Νιώθουν τον κόσμο
σαν κάτι το απειλητικό και γι’ αυτό γίνεται ο κόσμος κάτι το
απειλητικό.
Τότε εμείς οι καρδιές μιλάμε όλο και πιο σιγά,
αλλά ποτέ δε σιωπούμε. Και ευχόμαστε για να μην ακουστούν τα
λόγια μας: δε θέλουμε να υποφέρουν οι άνθρωποι επειδή δεν
ακολούθησαν τις καρδιές τους».
− Γιατί δε λένε οι καρδιές στους ανθρώπους ότι
πρέπει να συνεχίσουν την πορεία προς τα όνειρά τους;, ρώτησε το αγόρι τον αλχημιστή.
− Γιατί, σε μια τέτοια περίπτωση, η καρδιά
υποφέρει πιο πολύ απ’ όλους. Και στις καρδιές δεν αρέσει να
υποφέρουν.
Από κείνη τη μέρα, το αγόρι κατάλαβε την καρδιά του.
Την παρακάλεσε να μην τον εγκαταλείψει ποτέ. Κι αν κάποτε
εκείνος απομακρυνόταν από τα όνειρά του, να του σφίξει το στήθος
και να κρούσει τον κώδωνα του κίνδυνου. Το αγόρι ορκίστηκε να
προσέχει πάντα αυτό το σημάδι, θα το υπάκουε. […]
Το ΑΓΟΡΙ προχώρησε δυόμισι ώρες στην έρημο,
προσπαθώντας να ακούσει προσεκτικά τι του έλεγε η καρδιά του.
Εκείνη θα του αποκάλυπτε το ακριβές σημείο όπου ήταν κρυμμένος ο
θησαυρός του.
«Όπου είναι ο θησαυρός σου, εκεί είναι και η
καρδιά σου», είχε πει ο αλχημιστής. Αλλά η καρδιά του μιλούσε για άλλα
πράγματα. Διηγιόταν με υπερηφάνεια την ιστορία ενός βοσκού, που
είχε αφήσει τα πρόβατα του για να ακολουθήσει ένα όνειρο που
είχε δει δυο φορές. Έλεγε για τον Προσωπικό Μύθο και για όλους
εκείνους τους ανθρώπους που είχαν κάνει το ίδιο, που είχαν
ξεκινήσει αναζητώντας μακρινές χώρες ή όμορφες γυναίκες,
αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους της εποχής τους με τις
προκαταλήψεις και τις αντιλήψεις τους. Σε όλη αυτή την πορεία,
του μίλησε για ταξίδια, για ανακαλύψεις, για βιβλία και για
μεγάλες μεταβολές.
Καθώς ανηφόριζε έναν αμμόλοφο -και μόνο τότε- η
καρδιά του του ψιθύρισε στο αφτί:
«Το νου σου στο σημείο όπου θα κλάψεις. Γιατί σ’ εκείνο το
σημείο θα είμαι εγώ και σ’ εκείνο το σημείο θα είναι και ο
θησαυρός σου».