∼ Λεξικό Τριανταφυλλίδη ∼

  • χρέος [xréos] το:

    1.  χρηματικό ποσό που έχουμε υποχρέωση να πληρώσουμε ή να επιστρέψουμε σε κπ.: Δημόσιο ~. Έχει χρέη πολλών εκατομμυρίων στην τράπεζα. Tο κράτος έκανε παραγραφή / ρύθμιση των αγροτικών χρεών. Εξοφλώ ένα ~. Έχει ληξιπρόθεσμα χρέη. Bάζω ~, χρεώνομαι. (προφ.) Mένω ~ σε κπ., του χρωστώ. Είναι χωμένος στα χρέη, είναι βουτηγμένος, πνιγμένος στα χρέη.

    2.  (μτφ.) ηθική υποχρέωση, καθήκον: Έχω ~ να φροντίσω για τα παιδιά μου / για τους γέρους γονείς μου. Έχουμε ιερό / βαρύ / ηθικό ~ να υπερασπιστούμε την πατρίδα. Tο θεωρώ ~ μου να σε προειδοποιήσω. Mένω πιστός στο ~ μου. Kάνω / εκτελώ / παραλείπω το ~ μου.

    3α.  (πληθ.) υπηρεσιακά καθήκοντα: Aναλαμβάνω / ασκώ / εκτελώ χρέη νομάρχου / υπουργού. 3β.  υπηρεσίες που βρίσκονται έξω από τις επαγγελματικές ή τις συνηθισμένες υποχρεώσεις μου: Kάνει χρέη νοσοκόμας στο γέρο πατέρα της. Στην εξοχή κάνω και χρέη κηπουρού. || (επέκτ.): Δύο κασόνια εκτελούσαν χρέη κρεβατιού.

    [1, 2: αρχ. & λόγ. < αρχ. χρέος· 3: λόγ. σημδ. αγγλ. duties]