Ήταν Πέμπτη, 25 Μάρτη 1971, Μέρα του Ευαγγελισμού. Πήγαμε στο Σούνιο για μιαν ανάσα -ο Σεφέρης, η κυρία Μαρώ, ο δικηγόρος Τ. Λουμιώτης κι εγώ. Φτάσαμε κοντά στο μεσημέρι. Εκεί συναντηθήκαμε με τον Άγγλο ποιητή Peter Levi και τον καθηγητή στην Οξφόρδη Brendan McLuoglin. Μετά από έναν σύντομο περίπατο γευματίσαμε όλοι μαζί σ’ ένα μαγαζάκι μπροστά στο ακρογιάλι. Μέρα πικρή-τίποτ’ άλλο δεν μπορώ να πω για τα αισθήματά μας. Στο τραπέζι κάθε κουβέντα μας γύριζε γρήγορα στη σιωπή, μέσα στην ανησυχία μας για κείνους που βασανίζονταν ή πέθαιναν στα μπουντρούμια και στα στρατόπεδα των δικτατόρων. Ανάμεσά τους πόσοι φίλοι.
Θυμάμαι πως το σκοτεινιασμένο πρόσωπο του Σεφέρη φωτίστηκε λίγο, μονάχα, όταν κάποιος ρώτησε για την τεχνική ή τον τύπο του λίμερικ.
-Ο Λήρ έγραψε τα καλύτερα, είπε.
Σαν σηκωθήκαμε να φύγουμε με πήρε παράμερα.
-Έχω γράψει κι εγώ κάμποσα. Θέλεις ν΄ ακούσεις;
Ακούμπησε στο μπαστούνι του κι αποστήθισε δύο-τρία. Στην αργόσυρτη βαθιά φωνή του, κάπως κουρασμένη, υπήρχε ο τόνος του κωμικού και του παράξενου που ταίριαζε σ’ αυτά. Τα πιο αθυρόστομα λίμερικς που έχω ακούσει μέχρι σήμερα. Καθώς προχωρούσαμε για το αυτοκίνητο, δεν θυμάμαι ποιος πρότεινε ν’ ανέβουμε στην πλαγιά του λόφου που βρίσκεται πίσω από το λιμανάκι. Εκείνη την εποχή ο Ποιητής υπέφερε από το πόδι του. Σχεδόν το έσερνε. Η ανάβαση σ’  ένα κακοτράχαλο μονοπάτι θα ήταν τρομερά κουραστική για κείνον. Ωστόσο ο ίδιος επέμενε πως θα τα κατάφερνε. Το μονοπάτι άρχιζε κάπου εκεί, θαρρώ πίσω από το ξενοδοχείο «Τρίτωνας». Ξεκινήσαμε κι ανεβαίνοντας σιγά-σιγά, φτάσαμε ψηλά σ’  ένα πλάτωμα. Το χώμα ήταν κόκκινο και άρχισε να πρασινίζει. Υπήρχαν εκεί σημάδια των κλασικών χρόνων και γύρω σκόρπιες πέτρες από αρχαία ερείπια. […] 
Η κυρία Μαρώ, μ’ ένα σκαλιστήρι που το είχε φέρει μαζί της έβγαζε από το χώμα κάτι μικρά λουλούδια με τις ρίζες, για να τα φυτέψει στον κήπο της. Τότε κάποιος πρόσεξε εκεί έναν αγριόθαμνο, αγκαθωτό και ξερό. Έγινε κουβέντα. Ο Peter Levi είπε ότι ήταν τρίβολος. Κάθε κλωναράκι του έχει τρεις βελονωτές αιχμές-τριβόλια. Από τούτον το θάμνο οι αρχαίοι πήραν ίσως την ιδέα να φτιάξουνε τους σιδερένιους τριβόλους. Αυτούς που μεταχειρίζονταν στους πολέμους για να εμποδίσουν το πέρασμα του εχθρικού στρατού. Τους έριχναν κατά ποσότητες στο χώμα. Πιο πολύ σακατεύονταν τα άλογα. Βρίσκεις αρκετούς σε μουσεία.  
Ο Σεφέρης άκουγε παράμερα, σαν συλλογισμένος. Ξαφνικά μας έδειξε έναν άλλο θάμνο, γεμάτον με βελόνια και κίτρινα άνθη.
-Ξέρεις πως τον λένε; με ρώτησε.
-Ασφάλαχτο, είπα. Ο νους μου πήγε σε κείνο το λιανοτράγουδο: Ασφάλαχτέ μου, τι κεντάς; βάτε μου τι αγκυλώνεις; 
-Κάτι μου θυμίζει αυτό το όνομα. Δεν ξέρω…. είπε αόριστα. 
Από κείνη τη στιγμή μέχρι που γυρίσαμε στην Αθήνα, ο Ποιητής απόφυγε κάθε κουβέντα. Στο αυτοκίνητο έδειχνε κουρασμένος, ποτέ άλλοτε δεν είδα το πρόσωπό του τόσο βαθιά σκαμμένο. Το άλλο βράδυ πήγα στο σπίτι με κάποια ανησυχία. Χάρηκα που τον έβρισκα καλά, με δέχτηκε σχεδόν χαρούμενος. Σε μια στιγμή μου είπε: 
-Ξέρεις, χθες γυρίζοντας, βρήκα τους ασπαλάθους στον Πλάτωνα. Είναι στην Πολιτεία.
-Ποιους ασπαλάθους, ρώτησα, χωρίς να καταλαβαίνω.
-Εκείνους τους κίτρινους θάμνους που είδαμε στο Σούνιο…
Ήταν 26 Μάρτη 1971. Στις 31 του ίδιου μήνα είχε τελειώσει το ποίημα: Επί ασπαλάθων. Την άλλη μέρα μου το έστειλε. Σας το διαβάζω: …

(περιοδικό, Ύλαντρον, τχ. 1, Νοέμβριος 2001)