Σκέπασε τον Μπούνα ομίχλη
Πάνε τώρα τρεις ημέρες.
Σαν διαβήκε η τρίτη μέρα,
Φύσηξε ένας αγέρας
Και το πέπλο της αφήνει
Πάνω από το Βαλντενούζ
Όπου πάνε και δουλεύουν
Τρία αδέλφια, χριστιανοί.
Μα ό,τι χτίζουνε τη μέρα
Τους γκρεμίζεται τη νύχτα.
Κι ένας άγιος διαβατάρης,
Χαιρετά τα τρία αδέλφια:
«Άει, καλή δουλειά!» τους λέει.
«Ποια δουλειά;» του απαντάνε,
«Ό,τι χτίζουμε τη μέρα
Μας γκρεμίζεται τη νύχτα.
Δε μας λες καλέ μας άγιε,
Ποιο ΄ν΄το μυστικό του Κάστρου;»
«Ξέρω ποιο ‘ν’ το μυστικό του,
Μ΄αν το πείτε σε κανένα,
Θαν΄ βαρύ τ΄αμάρτημά σας.»
«Πάνω μας το κρίμα ας πέσει.»
Και ο άγιος τους ρωτάει:
«Παντρεμένοι είστε κι οι τρεις
Ζουν κι οι τρεις σας οι γυναίκες;»
«Παντρεμένοι και οι τρεις
Κι οι γυναίκες μας κοντά μας.
Πες μας όμως να χαρείς
Πως θα κρατηθούν τα τείχη;»
«Για να κρατηθούν τα τείχη
Βάλτε μπρος την Κυριακή.
Όμως μπέσα θα κρατήστε
Τίποτα σ΄ αυτές μην πείτε.
Αύριο κείνη που θα ΄ρθει,
Να σας φέρει το προσφάγι,
Πρέπει ευθύς να στοιχειωθεί,
Για να κρατηθεί το Κάστρο
Και ν΄ αντέξει στον καιρό,
Η δουλειά να ξετελέψει.»
Μα ο πρώτος αδερφός
Τον δοσμένο όρκο πατάει
Και μιλάει στην καλή του
Για όσα τ΄ αύριο θα φέρει.
Μα κι ο δεύτερος τα ίδια!
Ξέχασε τις συμβουλές
Και τον όρκο του πατάει
Σιωπή να κρατά δεν ξέρει
Και μιλάει στην κυρά του.
Μα ο πιο καλός ο τρίτος
Πιστός στην υπόσχεσή του,
Σπίτι του ούτε μια λέξη
Στη γυναίκα του δεν είπε.
Και την άλλη την ημέρα
Ξύπνησαν νωρίς τ΄αδέρφια
Κι ως τις πέτρες πελεκάνε
Οι καρδιές τους παν΄ να σπάσουν.
Πέρα, μακριά στο σπίτι
Καλεί η μάνα τις νυφάδες:
«Έι κορούλα μου, εκεί κάτω
Πρέπει οι χτίστες μας να φάνε,
Θεν το σταμνί με το κρασί
Και τις κούπες για να πιούνε.»
«Αχ, βρε μάνα, δεν μπορώ
Είμαι άρρωστη θαρρώ.»
«Έι, κει κάτω» λέει στην άλλη,
«Πρέπει οι χτίστες μας να φάνε,
Θεν το σταμνί με το κρασί
Και τις κούπες για να πιούνε.»
«Αχ, βρε μάνα, άφησέ με
Αλλιώς φεύγω στους δικούς μου.»
«Και συ, η νύφη μου η μικρή;»
«Εδώ ΄μαι μάνα, ό,τι μου πεις»
«Πρέπει οι χτίστες μας να φάνε,
Θέν το σταμνί με το κρασί
Και τις κούπες για να πιούνε»
«Φεύγω αμέσως δίχως άλλο,
Πρόσεχε όμως το μικρό μου»
«Πάρτα κόρη μου και φύγε
Και ΄γω βλέπω το μικρό σου»
Παίρνει το προσφάι μαζί της
Παίρνει το κρασί, τις κούπες
Κι αποφτάνει στην Καζένα.
Μόλις σίμωσε στα τείχη
Τα σφυριά με μιας σωπάσαν
Οι καρδιές πια δεν χτυπάνε
Και τα πρόσωπα χλωμιάσαν.
Ο άντρας της ως τη θωρεί
Βλαστημά και ρίχνει πέρα
Μες τα τείχη το σφυρί.
«Γιατί καλέ μου το πετάς;»
«Σένα διάλεξε η μοίρα
Να χαθείς στη λησμονιά!»
«Αδέρφια τ΄ άντρα μου καλά
Να πω τα στερνά μου λόγια:
Σαν με χτίσετε στο τείχος
Το ΄να χέρι αφήστε μου έξω
Έξω αφήστε μου ένα μάτι
Βγάλτε μου έξω το ΄να πόδι
Έξω αφήστε μου ένα στήθος
Γιατί αφήνω το παιδί μου
Κι αν αρχίσει να μου κλαίει
Το προσέχω με το μάτι,
Το χαϊδεύω με το χέρι,
Το βυζαίνω με το στήθος
Το κουνάω με το πόδι.
Κι ας γεννώ η άλλη πέτρα
Να στεριώσει αυτό το Κάστρο
Και να το χαρεί ο γιος μου,
Τρανός σαν γίνει βασιλιάς
Να ’ρχεται εδώ να πολεμά».