Έπειτα από τα γεγονότα αυτά, υπέβαλεν ο Θεός εις δοκιμασίαν τον
Αβραάμ και του είπεν· «Αβραάμ, Αβραάμ»! Εκείνος απήντησε· «ιδού
εγώ, Κύριε, είμαι παρών».
Του είπε δε ο Θεός· «πάρε το παιδί σου το αγαπημένο, τον Ισαάκ,
τον οποίον τόσον πολύ έχεις αγαπήσει, πήγαινε μαζή με αυτόν εις
την υψηλήν περιοχήν και πρόσφερέ τον ολοκαύτωμα επάνω εις ένα
από τους λόφους εκείνους που εγώ θα σου είπω”.
Πειθαρχικός ο Αβραάμ εις την φωνήν του Κυρίου, εσηκώθη αμέσως το
πρωΐ, εσαμάρωσε την όνον του, παρέλαβε μαζή του τον υιόν του τον
Ισαάκ και δύο δούλους, έσχισε και εφόρτωσε ξύλα δια την θυσίαν
του ολοκαυτώματος, εξεκίνησεν από εκεί όπου ευρίσκετο, και κατά
την τρίτην ημέραν έφθασεν στον τόπον, τον οποίον του είχεν
ορίσει ο Θεός.
Πριν δε φθάση εις αυτόν εσήκωσε τα μάτια του και είδε από μακρυά
τον καθωρισμένον δια την θυσίαν του υιού του τόπον.
Είπε δε στους δούλους του· «σεις καθήστε εδώ με την όνον. Εγώ δε
και το παιδί μου θα πορευθώμεν έως εκεί και αφού προσκυνήσωμεν
τον Κύριον θα επανέλθωμεν».
Επήρεν ο Αβραάμ τα ξύλα διά την ολοκαύτωσιν και τα εφόρτωσεν
στον υιόν του τον Ισαάκ. Αυτός δε επήρεν εις τα χέρια του το πυρ
και την μάχαιραν και εβάδισαν και οι δύο μαζή στον τόπον της
θυσίας.
Είπε τότε ο Ισαάκ προς τον Αβραάμ, τον πατέρα του· «πάτερ». «Τι
είναι παιδί μου;» είπεν εκείνος. «Πάτερ, ηρώτησεν ο Ισαάκ, ιδού
η φωτιά και τα ξύλα. Αλλά που είναι το πρόβατον, το οποίον θα
προσφέρωμεν ως θυσίαν ολοκαυτώματος;»
«Παιδί μου, είπεν ο Αβραάμ, ο Θεός θα φροντίση μόνος του διά το
πρόβατον της θυσίας». Βαδίζοντες δε και οι δύο μαζή,
έφθασαν εις τον τόπον, που είχεν ορίσει ο Θεός. Κατεσκεύασεν
εκεί το θυσιαστήριον ο Αβραάμ, ετοποθέτησεν επάνω εις αυτό τα
ξύλα, έδεσε τα πόδια του παιδιού του του Ισαάκ, ετοποθέτησεν
αυτόν επάνω εις τα ξύλα και άπλωσε το χέρι του να πάρη την
μάχαιραν, δια να σφάξη τον υιόν.
Την στιγμήν εκείνην άγγελος Κυρίου από τον ουρανόν τον εκάλεσε
και του είπεν· «Αβραάμ, Αβραάμ !» Εκείνος δε απήντησεν· «ιδού
εγώ Κύριε».
Και είπε προς αυτόν ο άγγελος· «μη απλώσης το ωπλισμένον με την
μάχαιραν χέρι σου επάνω στο παιδίον και μη κάμης εις αυτό κανένα
κακόν· διότι τώρα εκατάλαβα καλά ότι συ σέβεσαι και λατρεύεις
τον Θεόν, αφού προς χάριν μου δεν ελυπήθης τον αγαπητόν σου
υιόν».
Εσήκωσε τα βλέμματά του ο Αβραάμ και είδεν έξαφνα, εκεί κοντά
ένα κριόν, του οποίου τα κέρατα είχον περιπλακή εις ένα φυτόν
ονομαζόμενον Σαβέκ. Επήγεν ο Αβραάμ εκεί, επήρε τον κριόν και
προσέφερεν αυτόν ως θυσίαν ολοκαυτώματος αντί του παιδιού του
του Ισαάκ.
Ωνόμασε δε ο Αβραάμ τον τόπον εκείνον ο Κύριος είδε· ώστε μέχρι,
σήμερον οι άνθρωποι ονομάζουν αυτόν «εις τούτο το όρος εφανερώθη
ο Κύριος».
Δια δευτέραν φοράν άγγελος Κυρίου εκάλεσεν από τον ουρανόν τον
Αβραάμ και είπεν·
«στον εαυτόν μου ωρκίσθηκα, λέγει ο Κύριος, επειδή υπήκουσες και
εξεπλήρωσες την εντολήν μου αυτήν και δεν ελυπήθης προς χάριν
μου τον υιόν σου τον αγαπητόν, σου υπόσχομαι ότι πλουσίως θα σε
ευλογήσω και θα πληθύνω πολύ τους απογόνους σου, σαν τα αστέρια
του ουρανού και σαν την άμμον που υπάρχει εις την παραλίαν της
θαλάσσης. Οι απόγονοί σου με την ιδικήν μου προστασίαν και
δύναμιν θα κυριεύσουν τας πόλεις των εχθρών.
Επί πλέον, επειδή τόσον προθύμως και πλήρως υπήκουσες εις την
εντολήν μου, σου υπόσχομαι ότι με ένα από τους απογόνους σου,
τον Χριστόν, θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης».
Έπειτα από αυτά, ο Αβραάμ με τον Ισαάκ επέστρεψαν προς τους
δούλους του, που είχαν αφήσει στους πρόποδας του όρους, και όλοι
μαζή εξεκίνησαν, δια να μεταβούν στο φρέαρ του όρκου. Εκεί, στο
φρέαρ του όρκου, εγκατεστάθη μονίμως πλέον ο Αβραάμ.