ΑΒΡΑΑΜ
Κάτεχε πὼς Ἀφέντης μας καὶ Πλάστης καὶ Θεός μας
    θυσίαν ἐπεθύμησε νὰ κάμω τὸν ὑγιό μας.
Τὸν Ἰσαὰκ μοῦ ’ζήτηξε, κι ὅρισε δίχως ἄλλο
    νὰ τόνε σφάξω κι εἰς πυρρὴ φωτιὰ νὰ τόνε βάλω·
καὶ θέλει μὲ τὴ χέρα μου ὅλα νὰ τὰ τελειώσω
    κι ἀπάνω σὲ ψηλὸ βουνὶ εὐκαριστιὰ νὰ δώσω.
Λοιπὸ τὴν πρίκα, ὡς φρόνιμη, διῶξε ἀποὺ τὴν καρδιά σου,
    διῶξε καὶ πάσα σαρκικὴ λύπη ἀπὸ κοντά σου.
Τούτη εἶναι ὀρδινιὰ Θεοῦ, ὁποὺ τὰ πάντα ὁρίζει,
    τσὶ δούλους του τσὶ μπιστικοὺς τέτοιας λογῆς γνωρίζει. […]  
Ἀόρατε, λυπήσου με, ἄναρχε, πόνεσέ με,
    καὶ πολυέλεε Θεέ, τώρα ἐλευθέρωσέ με·
σπλαχνίσου τοὺς γονέους μου ἐδὰ στὰ γερατειά τως,
    δῶσ’ μου ζωὴ νὰ τὼς βοηθῶ εἰς τὴν ἀνημποριά τως.
Μ’ ἄν ἔν’ καὶ σὰν ἁμαρτωλοὶ δὲ μᾶσε πρέπει χάρη,
    πέψε τσῆ φύσης θάνατο πάραυτας νὰ μὲ πάρει,     
νὰ μοῦ σφαλίσει ὁ κύρης μου τὰ μάτια καὶ τὸ στόμα,
    νὰ κάμει λάκκο τοῦ κορμιοῦ, νὰ τὸ σκεπάσει χῶμα·
νὰ μὴ γρικήσω τὸ σπαθὶ νὰ κόψει τὸ λαιμό μου,
    μηδὲ τρομάρα φοβερὴ κι ἄγρια στὸ θάνατό μου. [...]
Ὦ Ἀβραάμ, τὴ μάχαιρα γιάγειρε στὸ φηκάρι
    τσ’ ἀγγέλους ἐπερίσσεψεν ἡ ἐδική σου χάρη.
Χαρὰ σ’ ἐσένα, Ἀβραάμ, κι εἰς τ’ ἄσφαλτό σου ζάλο
    μὲ τὴν ἐμπιστοσύνη σου, ποὺ δὲν εὑρέθη εἰς ἄλλο.
Ἀβραάμ, μεγάλη ἡ πίστη σου, μεγάλη ἡ ὄρεξή σου,
    σήμερο ἐστεφανώθηκες ἐσὺ καὶ τὸ παιδί σου·
μεγάλη νίκην ἔκαμες στὸν πόλεμο ὁποὺ ’μπῆκες,
    νὰ σὲ πλανέσου τὰ φθαρτὰ τοῦ κόσμου δὲν ἀφῆκες.
Λύσε του τὰ δεματικά, λύτρωσε τὸ κοπέλι,
  καὶ τὴ θυσία ποὺ μελετᾶς Ἀφέντης πλιὸ δὲ θέλει.
Δοῦλε πιστέ, δοῦλε καλέ, ἄντρα χαριτωμένε,
    εἰς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πύργε ξετελειωμένε,
ἐγνώρισεν ὁ Κύριος κι εἶδε τὴν ὄρεξή σου·
    εὐλογημένος νά ’σαι ἐσύ, τὸ τέκνο κι ἡ γυνή σου.


Σημειώσεις:
Στους στίχους 155-164, ο Αβραάμ ενημερώνει τη Σάρρα για το θέλημα του Θεού να προσφέρει σε θυσία τον μονογενή του γιο, Ισαάκ. «Τούτη εἶναι ὀρδινιὰ Θεοῦ, ὁποὺ τὰ πάντα ὁρίζει»: Παρά τις έντονες εσωτερικές συγκρούσει, ο Αβραάμ δηλώνει την απόλυτη υποταγή του στο θέλημα του Θεού.
Στους στίχους 869-878, όταν ο Αβραάμ αποκαλύπτει στον Ισαάκ την αλήθεια, εκείνος   προσπαθεί με παρακλήσεις και δάκρυα να μεταβάλει την απόφασή του. 
Στους στίχους 941-954, ο Αβραάμ είναι έτοιμος τελέσει τη θυσία, όταν ξαφνικά παρουσιάζεται ο άγγελος και συγκρατεί το χέρι του.

φηκάρι: ποιητική εκφορά της λέξης θηκάρι.