Η έκδοση της συλλογής διηγημάτων Ζητείται ελπίς



Το πρώτο βιβλίο Ζητείται ελπίς

Ενώ το τελευταίο μου ποίημα το έγραψα το 1951 ή κάπου εκεί, δε θυμάμαι ακριβώς -τερμάτισα με την ποίηση έτσι ξαφνικά όπως είχα ξεκινήσει-, το 1953-54 δούλεψα το πρώτο μου βιβλίο αφηγηματικής πεζογραφίας. Είναι τα δώδεκα σύντομα διηγήματα της συλλογής Ζητείται ελπίς. Τύπωσα το βιβλίο με δικά μου έξοδα, δεν είχα εκδότη να αναλάβει τη δαπάνη για την έκδοση, στην Ελλάδα και τότε και σήμερα είναι φοβερά δύσκολο, για να μην πω αδύνατον, να υπάρξει εκδότης για έναν νέο πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα. Ο μισθός μου στο Υπουργείο Εργασίας δε μου έφτανε να καλύψω και τα έξοδα για την έκδοση και για τούτο αναγκαστικά δούλευα σε διάφορες άλλες δουλειές το απόγευμα και το βράδυ, κυρίως σε τυπογραφεία διορθωτής κειμένων και τυπογραφικών δοκιμίων. 18 Αυγούστου 1954 πήρα από το τυπογραφείο τα πρώτα αντίτυπα του Ζητείται ελπίς.



Στα Βιβλιοπωλεία

Ήταν εκείνο το απόγευμα της 18ης Αυγούστου 1954, όταν πήρα από το τυπογραφείο κάπου πενήντα εξήντα αντίτυπα. Τα έβαλα σ’ ένα βαλιτσάκι παλιό, χτυπημένο εδώ κι εκεί, και ανέβηκα προς την πλατεία Ομονοίας, και από κει ανηφόρισα την οδό Σταδίου, την οδό Πανεπιστημίου, την οδό Ακαδημίας, να πάω στα συγκεντρωμένα στους δρόμους αυτούς βιβλιοπωλεία, να δώσω στο καθένα δύο ή τρία αντίτυπα ή ένα τουλάχιστον. Όχι εννοείται να μου πληρώσουν τότε τα λιγοστά που θα έπαιρναν αντίτυπα, αλλά μόνο να τα δεχτούν και να τα βάλουν στο υπόγειο, στην αποθήκη ακόμη, γιατί ένα βιβλίο, προπάντων λογοτεχνικό, όταν τυπωθεί πρέπει να πάει στα βιβλιοπωλεία και, αν έχει τύχη, θα προχωρήσει.

Αποτέλεσμα της επίσκεψής μου στα βιβλιοπωλεία, σε πάνω από δέκα, και της παράκλησής μου: τίποτα, μηδέν. Ούτε καν αξιώθηκαν να κοιτάξουν το βιβλίο μου, από παντού εισέπραξα ένα ψυχρό, κοφτό όχι, μήτε ένα αντίτυπο δεν έδωσα από τα πενήντα τόσα που είχα στο βαλιτσάκι. […]

Οι άνθρωποι οι καλόκαρδοι γύρω μου με κοίταζαν απορημένοι που ένας ολόκληρος άντρας 35 χρονών έκλαιγε έτσι, με κοίταζαν με κείνη την αλληλεγγύη και την τρυφερότητα που μόνο οι απλοί, βασανισμένοι άνθρωποι του λαού έχουν και όχι βέβαια οι διανοούμενοι και οι λογής λογής επίσημοι. Μια στιγμή, πήρα το βαλιτσάκι, το άνοιξα, έβγαλα ένα αντίτυπο, και νευρικά, πυρετικά, το αφιέρωσα -η πρώτη αφιέρωση σε βιβλίο μου-, το αφιέρωσα στον Αντώνη, σ’ εμένα.



Αντώνης Σαμαράκης, Μια διαδρομή στον 20ο αιώνα, εκδόσεις Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Αθήνα 2020, σ. 88-89