Η λογοτεχνική παραγωγή κινείται μέσα σ’ ένα κλίμα «συμμόρφωσης»
και «σιωπής», οπότε και οι διανοούμενοι εξαναγκάζονται είτε σε
αποδοχή και εξάρτηση, άρα και ηθελημένο παροπλισμό, είτε σε
διαφωνία και ήπια κριτική, άρα και καταδίκη του έργου
τους στην αφάνεια. Μερικά παραδείγματα, αναγκαστικά επιλεκτικά,
ίσως είναι χρήσιμα να σκιαγραφήσουν την επικρατούσα
κατάσταση.
• Πολλοί μεγάλοι μυθιστοριογράφοι,
ανάμεσά τους ο Ηλίας Βενέζης και ο Στράτης Μυριβήλης, οι οποίοι
κατά τον μεσοπόλεμο είχαν εκφράσει τις κοινωνικές και εθνικές
τους ανησυχίες, ξαναγράφουν τώρα τα βιβλία τους με περικοπές,
αποφεύγοντας κάθε εξέταση της μεταπολεμικής κατάστασης.
• Στη μνημειώδη του Ιστορία της
Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ο Κωνσταντίνος Δημαράς, αποφεύγει κάθε
αναφορά στις ιδεολογικές συνέπειες του εμφυλίου και φρόνιμα
διακόπτει την ιστορική του αφήγηση στο 1940, αποτελώντας τυπικό
παράδειγμα της επιφυλακτικότητας που επικρατούσε ανάμεσα στους
περισσότερους φιλελεύθερους στοχαστές.
• Η «Ομάδα των Δώδεκα» καθορίζει το
«λογοτεχνικό γούστο» της εποχής, με κριτήρια περισσότερο
«πολιτικά» και εξωπνευματικά, παρά αυστηρά καλλιτεχνικά και
ποιοτικά. Πρόκειται για «εθνικά σκεπτόμενους» συγγραφείς, που
βραβεύουν κατ’ έτος «εθνικά αδιάβλητους» λογοτέχνες.
• Μια Επιτροπή, στην οποία μετέχει και ο
κυβερνητικός εκπρόσωπος Γ. Κορνούτος, χορηγεί τα Κρατικά Βραβεία
και καταρτίζει κατάλογο βιβλίων για τις δημοτικές
βιβλιοθήκες.
• Κατά παρόμοιο τρόπο επιλέγει τους
«Αθανάτους» η Ακαδημία Αθηνών. Για παράδειγμα, η προτίμηση του
Βενέζη αντί του Μυριβήλη για την πλήρωση της έδρας στην τάξη
Γραμμάτων και Τεχνών γίνεται με κριτήρια εξωπνευματικά. […] Με
τα ίδια κριτήρια παραμένουν έξω από την Ακαδημία ο Βάρναλης, ο
Βουτυράς και ο Καζαντζάκης.
• Ο διχασμός στους λογοτεχνικούς κύκλους
και συγκεκριμένα της «Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών» με την
αποχώρηση των «εθνικών» και την ίδρυση της «Εθνικής Εταιρείας
Ελλήνων Λογοτεχνών» και τα μανιφέστα της «αστράτευτης
λογοτεχνίας» συνιστούν ολοφάνερη πολιτική στράτευση,
νομιμοποιώντας τους διωγμούς των «στρατευμένων» αντιστασιακών
(Λεοντάρης, 1983). Έντονη δυσφορία και αγανάκτηση» προκάλεσε,
μάλιστα, η απόφαση της κυβέρνησης να επιχορηγήσει ένα μόνο
λογοτεχνικό σωματείο -και συγκεκριμένα την Εθνική Εταιρεία
Ελλήνων Λογοτεχνών- και να αγνοήσει όλα τα υπόλοιπα.
Ποικίλα είναι τα δείγματα του «διωγμού του πνεύματος», το
«φίμωμα της ελευθερίας» και τα «κρούσματα ανελεύθερων
εκδηλώσεων», όπως καταγράφονται μέσα από «ένα θλιβερό χρονικό
διώξεως των ιδεών», στον «πληθωρικό μαυροπίνακα» της Επιθεώρησης
Τέχνης. Μια δειγματοληπτική καταγραφή του «ασυμβίβαστου των
πνευματικών λειτουργημάτων με τη συμμόρφωση σε άμεσες ή έμμεσες
επιταγές των οποιονδήποτε κρατούντων» είναι η ακόλουθη:
• Η προληπτική και κατασταλτική
λογοκρισία σε σενάρια κινηματογραφικών ταινιών και θεατρικών
έργων, την οποία καταδίκασε ο πνευματικός κόσμος σε έρευνα που
πραγματοποίησε η Επιθεώρηση Τέχνης.
• Η μήνυση, κατάσχεση ή αναστολή έκδοσης
εφημερίδων και περιοδικών, όπως η δικαστική δίωξη του περιοδικού
Επιθεώρηση Τέχνης και του εκδότη του, του Ν. Σιαπκίδη, αλλά και
των Γ. Ρίτσο, Μ. Αυγέρη και Ν. Βρεττάκο για τα «ένοχα» κείμενά
τους, δηλαδή για παράβαση του αναγκαστικού νόμου 509/1947
αναφορικά με τη συμμετοχή τους στο αφιέρωμα του περιοδικού.
• Οι διωγμοί εκπολιτιστικών, πνευματικών
σωματείων και μορφωτικών συλλόγων.
• Η απαγόρευση της κυκλοφορίας εντύπων ως
«επιβλαβών δια την δημοσίαν τάξιν» μεταξύ των πολιτικών
κρατουμένων και εξόριστων. […]
• Οι κλήσεις σε απολογία πολιτών για
κυκλοφορία βιβλίων ή ανακοινώσεων «άνευ εγγράφου αδείας της
αστυνομικής αρχής». Είναι προς τιμήν του Συμβουλίου της
Επικρατείας και ύστερα από την εισήγηση του Μ. Στασινόπουλου,
που αναίρεσε σχετικές καταδικαστικές πράξεις της αστυνομίας εις
βάρος εκδοτών και τυπογράφων για έκδοση βιβλίων χωρίς
προηγούμενη άδεια.
• Απορρίψεις αιτήσεων για έκδοση
εφημερίδων, αρνήσεις χορήγησης δημοσιογραφικού χάρτου, επίσημη
απαγόρευση της κυκλοφορίας των αριστερών εντύπων, διώξεις
εφημερίδων για αντικυβερνητικά δημοσιεύματα, με παράλληλη
υποστήριξη εκδόσεων ενισχυτικών της εθνικής συνείδησης ή της
κυρίαρχης ιδεολογίας, με σκοπό τη συγκρότηση της εθνικής
συνέχειας και της εθνικής συνοχής.
• Η προκήρυξη διαγωνισμού διηγήματος με
την ευκαιρία των εορταστικών εκδηλώσεων «επί τη συμπληρώσει
δεκαετίας από της λήξεως του συμμοριτοπολέμου» και η απονομή
σχετικών επαίνων και βραβείων από γνωστούς πνευματικούς
ανθρώπους. Αλλά και αποβολές μαθητών Γυμνασίου, γιατί άλλος
αρνήθηκε να γράψει έκθεση ιδεών σχετική με τον εμφύλιο και άλλος
δάνεισε σε συμμαθητή του περιοδικά γραμμένα στη ρωσική
γλώσσα.
• Η στέρηση διαβατηρίων σε σημαίνουσες
προσωπικότητες για τη μη συμμετοχή τους σε συνέδρια προβολής του
νεοελληνικού πολιτισμού με διοργανωτές κομμουνιστικές χώρες, ή η
ματαίωση πολιτιστικών ανταλλαγών με ανατολικές-σοσιαλιστικές
χώρες.
• Ο σκληρός διωγμός του βιβλίου και η μη
ύπαρξη συνθηκών ελευθερίας διάδοσής του, μετά από τη μικρή
περίοδο πνευματικής άνοιξης αναφορικά με την κυκλοφορία του, με
συνέπεια η στατιστική της Ουνέσκο να παρουσιάζει την Ελλάδα
τελευταία στον πίνακα των εκδόσεων βιβλίων.
Μεταξούλα Μανικάρου,
Τα λογοτεχνικά περιοδικά της Ρούμελης (1950-1967) και η
συμβολή τους στην πνευματική ζωή της περιοχής, εκδόσεις Γράμμα, Αγρίνιο 2017, σ. 47-49.