∼ Απομαγνητοφωνημένο κείμενο ∼
[…] Θα ’θελα να βγω μαζί σου, να βγαίνω κάθε μέρα, κάθε βράδυ,
να σε πιάνω απ’ το μπράτσο, το γοργό σου βήμα να με παρασέρνει.
Θα ’ταν υπέροχο, εσύ κι εγώ, όρθιοι πλάι πλάι μπροστά σε μια
βιτρίνα ή καθισμένοι σε ένα τραπέζι, να φλυαρούμε και να κάνουμε
απίστευτα σχέδια. Τώρα δεν γίνεται πια. Θα υπάρχει πάντα ένα
δύσοσμο σκιάχτρο, οπλισμένο μέχρι τα δόντια, για να μας ανακαλεί
στην τάξη και να μας απαγορεύει να μιλήσουμε σε ανοικτό χώρο.
Παρά να υπομείνω αυτήν την προσβολή, προτιμώ να κλειστώ σπίτι
μου […]
Ο Μοσέν διαφωνεί. Μορφάζει ακόμη περισσότερο, δείχνει τη φτωχική
κάμαρα, τις φθαρμένες κουρτίνες […]
- […] Ο μοναδικός τρόπος που μας έμεινε να αγωνιστούμε, να
αντισταθούμε στην αυθαιρεσία και τη βαρβαρότητα, είναι να μην
απαρνηθούμε την αγωγή μας. Μας μεγάλωσαν σαν ανθρώπους […] Δεν
μπορούμε να δεχτούμε να μας εξομοιώσουν με τα ζώα.
- Αυτό δεν έχουμε γίνει;
- Δεν είμαι σίγουρος. Οι Ταλιμπάν εκμεταλλεύτηκαν μια στιγμή
αναποφασιστικότητας για να δώσουν ένα φοβερό χτύπημα στους
ηττημένους. Όμως δεν είναι το τελειωτικό. Το καθήκον μας είναι
να το πιστέψουμε.
- Πώς;
- Περιφρονώντας τη βία. Θα βγούμε. Εσύ κι εγώ. Βέβαια δεν θα
πιαστούμε χέρι χέρι, όμως τίποτα δεν μας απαγορεύει να βαδίζουμε
πλάι πλάι.
Η Ζαϊρά νεύει αρνητικά:
- Δεν θέλω να γυρίσω με βαριά καρδιά, Μοσέν. Θα χαλάσω άσκοπα τη
μέρα μου μ’ ό,τι υπάρχει στο δρόμο. Δεν μπορώ να περάσω μπροστά
από κάτι φριχτό και να κάνω σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Κι από
την άλλη, αρνούμαι να φορέσω το τσαντόρ. Απ’ όλα τα σαμάρια,
είναι το πιο εξευτελιστικό. Ο χιτώνας του Νέσσου δεν θα ’βλαπτε
την αξιοπρέπειά μου περισσότερο απ’ αυτό το ολέθριο, γελοίο
ντύσιμο, που με καταντά πράγμα, σβήνοντας το πρόσωπό μου και
δημεύοντας την ταυτότητά μου. Εδώ, τουλάχιστον, είμαι στο σπίτι
μου, Ζαϊρά, γυναίκα του Μοσέν Ραμάτ, τριάντα δύο χρόνων, μια
δικαστίνα που ο σκοταδισμός τής στέρησε τη δουλειά δίχως
αποζημίωση ή δίκη […] Μ’ αυτό το καταραμένο πέπλο, δεν είμαι
ούτε άνθρωπος ούτε ζώο, μονάχα κάτι προσβλητικό ή επονείδιστο,
που πρέπει να το κρύβουμε σαν αναπηρία. Είναι πολύ σκληρό για να
τ’ αντέξω. Ιδιαίτερα για μια πρώην δικηγόρο, αγωνίστρια για το
γυναικείο ζήτημα. Σε παρακαλώ, μη σκεφτείς πως κάνω νάζια.
Δυστυχώς, καλύτερα να ’κανα! Μου λείπει το κουράγιο. Μη μου
ζητάς ν’ απαρνηθώ το όνομά μου, τα χαρακτηριστικά μου, το χρώμα
των ματιών μου, το σχήμα των χειλιών μου, για μια βόλτα μες στη
μιζέρια και την κατάθλιψη· μη μου ζητάς να ’μαι λιγότερο από
σκιά, μια ανώνυμη φορεσιά που θροΐζει καταμεσής ενός εχθρικού
κόσμου.