Η Μαρία πρέπει να πάει σχολείο», του είπε. Έτσι σαν τελεσίγραφο.
Σαν μια απόφαση παρμένη από καιρό. Εκείνος αντέδρασε, γιατί δεν
του άρεσαν τα ξαφνικά.
«Κι έπειτα», της απάντησε, «αφού δεν έχουν πάει οι μεγαλύτερες,
γιατί να πάει η Μαρία; Και τι τα θέλουν, παρακαλώ, τα γράμματα
κορίτσια πράματα; Για να γράφουν ραβασάκια;»
Η γνωστή δικαιολογία. Που θα είχε ακουστεί από δεκάδες,
εκατοντάδες πατεράδες εκείνα τα χρόνια. Ύποπτα ήταν τότε τα
γράμματα για τα κορίτσια. Αυτωνών η ζωή είχε προδιαγραφεί.
Μικρές μικρές παντρεύονταν –όσο πιο μικρές τόσο πιο καλά– μικρές
γίνονταν μάνες κι έτσι προλάβαιναν, αν όλα πήγαιναν καλά και δε
χάνονταν σε καμιά γέννα, ν’ αποκτήσουν εγγόνια και δισέγγονα,
και τρισέγγονα καμιά φορά.
«Ποιος ο λόγος να μάθουν γράμματα;» μουρμούριζε ο Σωτήρης. «Θα
λογαριαστούν ποτέ με τον έμπορα των μαλλιών και θα τις κλέβει
στο ζύγι; Ή θα πρέπει να υπογράψουν πουθενά; Κι αν χρειαστεί κι
αυτό, καλός είναι κι ο σταυρός. Τι τα θέλουμε τα σχολεία φτωχοί
αθρώποι;»
«Κι άλλοι είναι φτωχοί», του απάντησε η Ελένη η πεισματάρα,
«αλλά στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο».
Οι τόνοι ανέβαιναν, τα κορίτσια πήγαν και μούλωξαν πλάι στη μάνα
τους. Δεν ήξεραν αν είχε δίκιο ή άδικο, δεν ήταν σε θέση και σε
ηλικία να κρίνουν, όμως ήταν με το μέρος της. Γιατί ήταν μάνα
τους κι έβλεπαν τον κόπο της κι ένιωθαν την τρυφερότητά της. Ο
πατέρας τους ήταν λίγο απόμακρος. Καλός, ποτέ μέχρι σήμερα δε
σήκωσε χέρι να τις χτυπήσει, αλλά δεν είχε πολλά πολλά μαζί
τους. Όλο έξω με τα κοπάδια του ήταν κι όλο βιαζόταν και δεν
είχε υπομονή με τα κλάματά τους.
Η Μαρία ένιωσε ένοχη. Ο καβγάς γινόταν γι’ αυτήν και την έκανε
να φοβάται την οργή του πατέρα της. Έσφιγγε το χέρι της μάνας
της σαν να ήθελε να της πει: «Mην το παρατραβάς και μου
θυμώσει». Απ’ την άλλη όμως λαχταρούσε να μην κάνει πίσω η μάνα
της. Είχε τρελαθεί απ’ τη χαρά της στην προοπτική να πάει
σχολείο. Να βρεθεί αλλού, μακριά απ’ το βουνό, που η μοναξιά και
η ησυχία του την πλάκωνε. Δεν την ένοιαζαν τα γράμματα, που δεν
ήξερε και τι εννοούσαν μ’ αυτό, αλλά της άρεσε η αλλαγή, το
φευγιό.
Ο Σωτήρης νευρίασε για τα καλά, βρόντηξε πίσω του την πόρτα και
βγήκε στη νύχτα. Καλύτερα να πήγαινε στα πρόβατά του, που δεν
του έφερναν κι αντίρρηση.
Έτσι χάρη στο πείσμα της Ελένης αλλά και στη διορατικότητά της,
η Μαρία γράφτηκε στο σχολείο του Χωριού.
Η συνωμοσία των μανάδων του βουνού έφερε κι άλλα παιδιά βοσκών
στο σχολείο. Ένα πανηγύρι ήταν το ξεκίνημά τους για το σχολείο.
Οκτώβρης μήνας κι οι οικογένειες των βοσκών έμεναν ακόμα στο
βουνό. Τα παιδιά έπρεπε να περπατάνε μια ώρα για να φτάσουν στο
σχολείο. Αλλά τους άρεσε τόσο πολύ. Το είχαν δει σαν περιπέτεια.
[…]
Τη νύχτα, πριν τα πάρει ο ύπνος, σκέφτονταν και ξανασκέφτονταν
αυτά που είχαν ακούσει. Όλο απορίες και καινούργια «γιατί» και
«τι θα συνέβαινε εάν» γέμιζαν το μυαλό τους. Κι αυτό ήταν
επικίνδυνο, επειδή οι ερωτήσεις γεννούν ανησυχία και φέρνουν την
πρόοδο. Ο Σωτήρης κοιμόταν ήσυχος και δεν υποψιαζόταν ότι τα
κορίτσια ξέφευγαν αργά αλλά σταθερά απ’ την επιρροή του. […]
Είχα ανακαλύψει και τη χαρά του διαβάσματος. Ένα γειτονόπουλο
είχε βιβλιοθήκη με παιδικά βιβλία και μου τα δάνειζε ευχαρίστως.
Κρυμμένη πίσω από ένα βιβλίο, έβρισκα την ησυχία μου κι έναν
υπέροχο τρόπο να δραπετεύω απ’ την πραγματικότητα. «Δεν υπάρχει
τίποτα ωραιότερο απ’ το διάβασμα ενός βιβλίου»,
δήλωσα ένα βράδυ πολύ σοβαρά.
Ευγενία Φακίνου, Έρως Θέρος, Πόλεμος, εκδόσεις
Καστανιώτη, Αθήνα 2003, σ. 30-32, 284