Οι Μπεγκιντλύ ζούσαν στο Πλας και στο σπίτι τους, μισό υπόγειο
και μισό κτιστό, έμαθα να διαβάζω. Θα παραξενευτείτε πώς μια
γυναίκα της σειράς μου ξέρει να διαβάζει και να γράφει και να
διηγείται όλα αυτά τα πράματα μες σε βιβλίο. Κι αλήθεια, όταν
ήμουν μικρή, λίγες κυρίες ήτανε άξιες να ορνιθοσκαλίσουν τίποτε
άλλο πέρα από ‘να ερωτικό γράμμα, άλλες πάλι μπορούσαν ίσα ίσα
να γράψουν πάνω στα βάζα του γλυκού «κυδώνι ή μήλο» κι άλλες
ίδρωναν ώσπου να γράψουν τ’ όνομά τους στο μητρώο των γάμων.
Πόσες δεν ήρθαν να με παρακαλέσουν να γράψω γράμματα για τον
καλό τους και τι πικρή δουλειά να γράφεις με τη λαχτάρα της
δικής σου καρδιάς, ερωτικά γράμματα γι’ άλλες γυναίκες. Χωρίς
τον γέρο-Μπεγκιντλύ δεν θα τα ’βγαζα ποτέ πέρα μ’ αυτή την
ιστορία.
Μ’ έμαθε να διαβάζω, να γράφω και να μετρώ. […] Πιστεύω σήμερα
πως από μια μοναδική χάρη της Θείας Δύναμης ο Μπεγκιντλύ
σκέφθηκε να με μάθει γράμματα. Μόλις έμαθα να γράφω, έφτιαξα ένα
τετράδιο με πάνινο ξώφυλλο και κάθε Κυριακή έγραφα τις καλές
στιγμές ή τα ευχάριστα γεγονότα της εβδομάδας, για να τα
θυμάμαι. Κι αν ήρθαν μέρες δύστυχες και ταραγμένες για με, τις
έγραψα κι αυτές κι αλάφρωσε η καρδιά μου. Κι όταν ο Πάστορας
ακούοντας τα ψέματα που διαδίδανε σε βάρος μου με παρακάλεσε να
γράψω ένα βιβλίο μ’ όσα θυμόμουνα και να βάλω μόνο την αλήθεια
και τίποτ’ άλλο, μπόρεσα και φρεσκάρησα τις θύμησές μου,
διαβάζοντας ό,τι είχα σημειώσει κάθε Κυριακή. Τέλος, όλα πέρασαν
τώρα, η συμφορά καθώς κι ο αγώνας. Ο καιρός μαλάκωσε όπως σ’
αυτές τις γλυκιές νύχτες που ακολουθούν τη χιονιά και το
στερέωμα είναι γαλάζιο και τ’ αρνάκια βελάζουν. Κάθομαι πλάι στο
τζάκι με τη Βίβλο κοντά μου, είμαι πια μια γριά και κουρασμένη
γυναίκα που έχει ένα έργο ν’ αποτελειώσει πριν καληνυχτίσει αυτό
τον κόσμο.