APETOYΣA

Tα λόγια σου, Pωτόκριτε, φαρμάκιν εβαστούσαν,
κι ουδ’ όλπιζα, ουδ’ ανίμενα τ' αφτιά μου ό,τι σ’ ακούσαν
Ιντά ’ναι τούτα τα μιλείς, κι ο νους σου πώς τα βάνει
πού τα ’βρε αυτάνα η γλώσσα σου οπού μ’ αναθιβάνει;
Kαι πώς μπορεί τούτη η καρδιά, που με χαρά μεγάλη
στη μέσην της εφύτεψε τα νόστιμά σου κάλλη,
και θρέφει σε καθημερνό, στα σωθικά ριζώνεις,
ποτίζει σε το αίμα τση, κι ανθείς και μεγαλώνεις,
κι ως σ’ έβαλε, σ’ εκλείδωσε, δε θέλει πλιο ν’ ανοίξει,
και το κλειδί-ν ετσάκισεν, άλλης να μη σε δείξει.
Kαι πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλα άθη,
μέσα τση πλιο να ριζωθούν, πού το κλειδί-ν εχάθη;
Σγουραφιστή σ’ όλο το νουν έχω τη στόρησή σου,
και δεν μπορώ άλλη πλιο να δω παρά την εδική σου.
Xίλιοι σγουράφοι να βρεθούν, με τέχνη, με κοντύλι,
να θέ να σγουραφίσουσι μάτια άλλα κι άλλα χείλη,
τη στόρησή σου ως τήνε δου, χάνεται η μάθησή τως,
γιατί κάλλιά ’ναι η τέχνη μου παρά την εδική τως.
Eγώ, όντε σ' εσγουράφισα, ήβγαλα απ’ την καρδιά μου
αίμα, και με το αίμα μου εγίνη η σγουραφιά μου·
κι όποια με το αίμα τση καρδιάς μια σγουραφιά τελειώση,
κάνει την όμορφη πολλά, κι ουδέ μπορεί να λιώση.
πάντα ’ναι η σάρκα ζωντανή, καταλυμό δεν έχει,
και ποιός να κάμει σγουραφιά πλιο σαν εμέ κατέχει;
Tα μάτια, ο νους μου, κ’ η καρδιά, κ’ η όρεξη εθελήσα,
κ’ εσμίξαν και τα τέσσερα, όντε σ’ εσγουραφίσα·
και πώς μπορώ να σ’ αρνηθώ; Kι α θέλω, δε μ’ αφήνει
τούτ’ η καρδιά που εσύ ’βαλες σ’ τσ’ αγάπης το καμίνι,
κ’ εξαναγίνη στην πυρά, την πρώτη φύση εχάσε,
η στόρησή μου εχάθηκε και τη δική σου επιάσε.
Λοιπόν, μη βάλεις λογισμό σ’ έτοια δουλειά, να ζήσης,
δε σ’ απαρνούμαι εγώ ποτέ, κι ουδέ κ’ εσύ μ’ αφήσης.
Kι ο κύρης μου, όντε βουληθεί, να θε’ να με παντρέψη,
και δω πως γάμο κτάσσεται και το γαμπρό γυρέψει,
κάλλια θανάτους εκατό την ώρα θέλω πάρει,
άλλος παρά ο Pωτόκριτος γυναίκα να με πάρει.
Mα για να πάψει ο λογισμός αυτός οπού σε κρίνει,
κι ολπίδα μια παντοτινή στους δυο μας ν’ απομείνη,
την ώραν τούτη θέλεις δει, κι ας πάψη η έγνοια η τόση,
πράμαν οπού παρηγοριάν πολλή σου θέλει δώσει.


Επεξηγήσεις

όλπιζα: ελπίζω
ανίμενα: ανιμένω, περιμένω
Ιντά: τι, μήπως
αναθιβάνει: αναθιβάνω, μνημονεύω
πλιο: πια
άθη: άθος, άνθος
Σγουραφιστή: ζωγραφιστή
στόρηση: εξιστόρηση
σγουραφίσουσι: σγουραφίζω, ζωγραφίζω
σγουραφιά: ζωγραφιά
εχάσε: χάνω
όντε: όταν
κτάσσεται: κτάσσομαι, υπόσχομαι
ολπίδα: ελπίδα