Εκπατρίζομαι

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]: φεύγω μακριά από την πατρίδα μου, εκούσια ή αναγκαστικά·

 

[Πηγή: https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%B5%CE%BA%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9&dq=]

 

 

Ξένος

[Λεξικό Κριαρά]: επίθ. και ουσ.: Ως επίθ.1) α) Προκ. για χώρα διαφορετική από την πατρίδα. 2) Για πρόσωπο α) που κατάγεται από άλλη χώρα ή κατοικεί σε άλλη χώρα.

 

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]: 2α. που δεν είναι πολίτης της χώρας στην οποία βρίσκεται. β. που κατάγεται ή που προέρχεται από άλλη χώρα.

 

[Πηγές: https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CE%BE%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82&dq=

https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%22%CE%BE%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82+-%CE%B7+-%CE%BF%22&dq=]