Εκπατρίζομαι
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]: φεύγω μακριά από την πατρίδα μου, εκούσια ή αναγκαστικά·
Ξένος
[Λεξικό Κριαρά]: επίθ. και ουσ.: Ως επίθ.1) α) Προκ. για χώρα διαφορετική από την πατρίδα. 2) Για πρόσωπο α) που κατάγεται από άλλη χώρα ή κατοικεί σε άλλη χώρα.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]: 2α. που δεν είναι πολίτης της χώρας στην οποία βρίσκεται. β. που κατάγεται ή που προέρχεται από άλλη χώρα.