α) Στρατιώτης Πεζικού

«Ύστερα από δύο εβδομάδες δεν απομένει τίποτε από αυτό που κάποτε ήσουν. Το μόνο που αναγνωρίζεις είναι το όνομα σου. Δεν σε ενδιαφέρει τίποτε παρά το να περάσει και αυτή η μέρα. Δεν ήμουν εγώ, ήμουν κάποιος άλλος. Εγώ που μεγάλωσα παίζοντας κιθάρα, τώρα πυροβολούσα και δεν λυπόμουν κανένα. Δεν με ένοιαζε εάν πυροβολούσα γέροντες, γυναίκες ή παιδιά. Μια μέρα Μάρτιος ήταν γύρισα στην Καμπούλ. Είχα τραυματιστεί στο χέρι. Έξω από τη σκηνή μου όλο το βράδυ οι νοσοκόμοι πετούσαν σε ένα ψηλό σωρό, κομμένα χέρια, κομμένα πόδια, πετούσαν ότι περίσσευε από τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς μας. Τα έβλεπα μπροστά στα μάτια μου».

 

β) Υπολοχαγός / Τάγμα Μηχανικού

«Πρώτα πυροβολείς και μετά καταλαβαίνεις αν ήταν άνδρας, ή παιδί ή γυναίκα. Ο Αξιωματικός δίπλα μου ήταν 28 χρονών. Μόλις είχε καταλάβει ότι η ριπή που ακούστηκε του έκοψε το πόδι. Κάθισε πίσω από ένα θάμνο στη καυτή άμμο. ΄Έπιασε το κομμένο του πόδι σαν να ήταν κάποια εύθραυστη, όμορφη γυναίκα. Το κοίταζε και έκλαιγε με λυγμούς. Δεν ξέρω εάν πονούσε εκείνη την ώρα. Στην αρχή δεν άντεχα να βλέπω πτώματα, ιδίως εάν δεν είχαν χέρια ή πόδια. Μετά το συνήθισα».

 

γ) Καταδρομέας

«Έχεις ένα καλό φίλο. Είστε μαζί από το σχολείο. Μαζί μεγαλώσατε στην ίδια γειτονιά. Μαζί και στο Στρατό μαζί και στο κέντρο εκπαίδευσης. Είναι ο μοναδικός σου φίλος, ο άνθρωπος σου στον πόλεμο. Μια έκρηξη. Βλέπεις τον φίλος σου πάνω στον βράχο. Τα έντερα του σαν γιρλάντα κρέμονται προς τα κάτω. Τρελαίνεσαι. Ένα μόνο έχεις στο μυαλό σου, την εκδίκηση. Περιμένουμε ένα καραβάνι. Περιμένουμε δυο τρεις μέρες πάνω στην καυτή άμμο ακούνητοι. Καμουφλαρισμένοι. Ένα με το τοπίο. Τα κάνουμε πάνω μας. Δεν κουνιόμαστε. Στο τέλος της τρίτης μέρας έχεις γίνει πια θηρίο. Ρίχνεις γεμάτος μίσος την πρώτη σφαίρα. Όταν σταματούν οι πυροβολισμοί βλέπεις ότι το καραβάνι μετέφερε μπανάνες και μαρμελάδες. Μια Αφγανή μάνα κλαίει πάνω από το παιδί της, ούρλιαζε. Δεν έχω ξανακούσει άνθρωπο να ουρλιάζει έτσι. Μόνο πληγωμένο ζώο. Δεν έχω βάλει στο στόμα μου από τότε μαρμελάδα».

 

δ) Αρματιστής

«Ήμασταν στη μέση της ερήμου. Σταματήσαμε να κάνουμε την ανάγκη μας. Ένας πυροβολισμός από τους λόφους απέναντι. Τον πέτυχε στον λαιμό. Ξεψύχησε λίγες στιγμές στα χέρια μου. Πνίγηκε από το αίμα του. Μπήκαμε μέσα στο άρμα. Δεν αφήνουμε νεκρούς πίσω μας. Τού έκλεισα εγώ τα μάτια. Αλήθεια το ξέρετε ότι στον νεκρό πρέπει να κλείσεις τα μάτια μέσα στα πρώτα 10 λεπτά; Μετά δεν κλείνουν. Κλαίγαμε όλοι μας. Λίγο πιο κάτω ο αρχηγός του άρματος μου είπε να βγω έξω. Έγραψα με το αίμα του συντρόφου μας πάνω στο άρμα: Θα εκδικηθούμε για σένα Μούλκιν. Μπήκα πάλι μέσα. Πήγαμε στο πρώτο χωριό που συναντήσαμε. Είχαν γάμο. Γελούσαν και χαίρονταν ενώ ο φίλος μας ήταν νεκρός. Δεν είναι σωστό. Ο αρχηγός του άρματος μας έδωσε εντολή. Έριχνα εκεί που ήταν ο περισσότερος κόσμος. Τους γάζωσα όλους. Δεν έμεινε κανείς. Δεν είχα οίκτο. Δεν έμεινε κανείς».

 

ε) Ολμιστής

«Μόνο μισώ, τίποτε άλλο. Μισώ τη λεπτή μαλακή άμμο που έκαιγε σαν φωτιά. Μισώ τα βουνά. Μισώ τα χωριά με τα χαμηλά σπίτια από τα οποία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να σε πυροβολήσει κάποιος. Μισώ τον Αφγανό που με πλησιάζει με ένα καλάθι φρούτα. Που ήταν την περασμένη νύχτα; Μπήκαν στον στρατόπεδο και έσφαξαν όλους τους στρατιώτες σε δυο σκηνές. Μήπως ήταν αυτός που το έκανε; Δηλητηρίασαν το νερό. Μήπως ήταν αυτός που το έκανε; Δίνεις σε μια Αφγανή φαγητό και παιχνίδια για το παιδί της και δεν σηκώνει το κεφάλι, δεν σου χαμογελάει. Τη μισώ».