∼ Απομαγνητοφωνημένο κείμενο ∼
Μιχάλης Γκανάς, Κοιτάζει τα χέρια της...
Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες
φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της;
Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα
κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που
μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν […] Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα
βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα
πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να
τα χαϊδέψει. Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και
στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και
στα σκατά. […] Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα
δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα
κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά. Άνεργα
χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και
κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που
κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει.
Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να
χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα. Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια
σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει
το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα
ξαναπλένει, δεν λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που
γλιστρούν απαλά το ένα μέσα στο άλλο, «κοίτα», λέει, «που μ’
έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα» και γελάει
από μέσα της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα
στους αφρούς και τα χάδια, σαν να ’χουν κλείσει τα μάτια, μην
τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.