Άτομα με Ειδικές Ανάγκες: Ορισμός και μοντέλα προσέγγισης
Η διακήρυξη του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών [ΟΗΕ] ορίζει ως άτομο με ειδικές ανάγκες «κάθε άτομο που αδυνατεί να ανταποκριθεί στον ρόλο του, μερικώς ή ολικώς, στις ανάγκες μιας συνηθισμένης ατομικής ή και κοινωνικής ζωής και που η αδυναμία του αυτή οφείλεται σε μειονεξία εμφανισθείσα με τη γέννησή του ή μεταγενέστερα και που αφορά τις σωματικές ή διανοητικές του ικανότητες» [1975].
Στην έννοια αυτή περιλαμβάνονται άτομα που έχουν αισθητηριακά προβλήματα, όπως όρασης, ακοής [τύφλωση, κώφωση], μαθησιακά ή προβλήματα λόγου και άρθρωσης, δυσλεξία, γλωσσική αφασία, ελαφρά ή βαριά νοητική υστέρηση [σύνδρομο Down, αυτισμός, άλλες νοητικές δυσλειτουργίες], συναισθηματικές, ψυχικές διαταραχές ή κατάθλιψη, επιληψία, ανορεξία, σωματική ή φυσική μειονεξία [κύφωση, γιγαντισμός, νανισμός], κινητικά ή αναπτυξιακά προβλήματα, HIV/AIDS, παιδικός διαβήτης, παιδικός καρκίνος, εμποδιζόμενα άτομα ή άλλες πολλαπλές αναπηρίες. Οι ποικίλοι ορισμοί που κατά καιρούς έχουν δοθεί, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, επικεντρώνονται στις μειονεξίες, αναπηρίες, βλάβες ή ανεπάρκειες των εν λόγω ατόμων και σπάνια στις θετικές και ίσως αναπτυγμένες ικανότητες αυτών των ατόμων.
Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ όρισε από το έτος 1992 την 3η Δεκεμβρίου ως Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία και στην Ελλάδα καθιερώθηκε με τον Ν.2430/1996.
Ο λόγος για την αναπηρία προσεγγίζεται μέσα από δύο, κυρίως, διαφορετικές οπτικές που συναρτώνται με τη διαμάχη μεταξύ της βιολογικής και κοινωνικής πλευράς του θέματος. Η πρώτη άποψη, το «ιατρικό/ατομικό» μοντέλο θεωρεί την αναπηρία ως απόκλιση από το φυσιολογικό και ελλειμματική κατάσταση του βιολογικού σώματος, προσωπική υπόθεση και τραγωδία που πρέπει το άτομο να αντιμετωπίσει είτε με τη συνδρομή της ιατρικής επιστήμης είτε με τη δική του ατσάλινη θέληση και υπεράνθρωπη προσπάθεια. Συνεπώς, επικεντρώνεται στην αναπηρία ως πρόβλημα και όχι στον συναισθηματικό κόσμο και στις ανάγκες αυτών των ατόμων. Κυρίαρχος εδώ λόγος είναι ο επιστημονικός/ιατρικός.
Η δεύτερη άποψη, το «κοινωνικό» μοντέλο, χωρίς να αρνείται το πρόβλημα της αναπηρίας, το τοποθετεί μέσα στην κοινωνία και θεωρεί ότι η αναπηρία συνδέεται με κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές συνθήκες που δρουν καταπιεστικά στη ζωή των αναπήρων. Συνεπώς, δίνει έμφαση στο δικαίωμα όλων των ατόμων με αναπηρία να γίνονται αποδεκτά ως ισότιμα μέλη της κοινωνίας και υπογραμμίζει τη σημασία της συναισθηματικής και κοινωνικής διάστασης της αναπηρίας. Κυρίαρχος εδώ λόγος είναι ο κοινωνικός και πολιτικός.
Το θέμα της αναπηρίας στις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων
Στερεότυπα βαθιά ριζωμένα που συντελούν στο στιγματισμό των ατόμων με αναπηρίες συναντάμε ήδη στις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων. Τέτοια αντιπροσωπευτικά δείγματα της στάσης τους είναι τα ακόλουθα:
Στην αρχαία ελληνική μυθολογία ο θεός της φωτιάς, ο Ήφαιστος, δέχεται την περιφρόνηση και τον οίκτο των άλλων θεών λόγω της αναπηρίας του, αλλά προικίζεται ως αντιστάθμισμα με την τέχνη της σιδηρουργίας.
Στα ομηρικά χρόνια και αργότερα στα κλασικά το ιδεώδες ήταν η σωματική αρτιμέλεια και ρώμη σε συνδυασμό με την ψυχική ευγένεια και το ήθος, όπως δηλωνόταν στη φράση «καλός καγαθός».
Στη Σπάρτη τα παιδιά με ελαττωματική σωματική διάπλαση τα πετούσαν στον Καιάδα. Διαφορετική στάση κρατούσε η Αθήνα, η οποία χορηγούσε χρηματικό βοήθημα στους «αδύνατους» μετά από εξέτασή τους κατ’ έτος από τη Βουλή.
Από την άλλη, υπήρχαν περιπτώσεις κατά τις οποίες η σωματική αναπηρία αντισταθμιζόταν με άλλες αρετές. Για παράδειγμα, ο Όμηρος απέδιδε ικανότητες μαντικής και μουσικής στα τυφλά άτομα, όπως εξάλλου και ο ίδιος απεικονιζόταν. Και ο Σοφοκλής στην τύφλωση του Οιδίποδα απέδωσε την τιμωρία για τις πράξεις του με αντιρρόπηση την πνευματική του διαύγεια.
Μεταξούλα Μανικάρου, Αιτωλοακαρνάνες Συγγραφείς Παιδικής Λογοτεχνίας, εκδόσεις Γράμμα, Αγρίνιο 2019, σ. 769-770