Τὸν ἐπετροβολοῦσαν οἱ μάγκες τῆς ἀγορᾶς, τὸν ἐχλεύαζον[1] τὰ
κορίτσια τῆς γειτονιᾶς, τὸν ἐφοβοῦντο τὰ νήπια καὶ τὰ βρέφη. Τὸν
ἔλεγαν κοινῶς «ὁ Ταπόης» ἢ «ὁ Μανώλης τὸ Ταπόι».
- Ὁ Ταπόης! Νά, ὁ Ταπόης ἔρχεται…
Φόβος καὶ τρόμος ἐκολλοῦσε τὰ ἄκακα βρέφη εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦ
ὀνόματος τούτου. Ἡ νεολαία τοῦ χωρίου, οἱ θαμῶνες[2] τῶν
μαγαζειῶν καὶ τῶν καφενείων, δὲν ἔπαυαν ποτὲ νὰ τὸν
πειράζουν.
- Εἶσ᾽ ἕνα χταπόδι, καημένε Μανωλιό· εἶσαι χταπόδι.
Κ᾽ ἐκεῖνος, μὲ τὴν γλῶσσάν του τὴν δεμένην διὰ γλωσσοδέτου μέχρι
τῆς ρίζης τῶν ὀδόντων, ἀπήντα:
- Ναί, εἶμι ταπόι!… Ἰσὺ εἶσι ταπόι. (Ναί, εἶμαι χταπόδι. Ἐσὺ
εἶσαι χταπόδι.)
Εἶχε φίλους τόσον ὀλίγους καὶ τόσον ἀμετρήτους ἐχθρούς, εἰς
μέρος τόσον ὀλιγάνθρωπον! Κάποτε φιλάνθρωπος ἢ διακριτικός τις
τὸν ὑπερήσπιζεν ἐναντίον τῆς ἐπιθέσεως τῶν ἀγυιοπαίδων[3]. Εἰς
ἐκεῖνον ἐγίνετο σκλάβος ἰσόβιος, κ᾽ ἐξετέλει δι᾽ αὐτὸν
διακονήματα[4] προθύμως, μετὰ βίας[5] δεχόμενος φίλευμα[6] ἢ
κέρασμα. Πρὸς ὅλους τοὺς ἄλλους δὲν ὑπῆρχε φιλία οὔτε
σπονδή[7].
Μόνον τὴν μητέρα του εἶχεν εἰς τὸν κόσμον. Ἐκείνη τὸν ἐπόνει,
τὸν ἠγάπα περιπαθῶς[8], καὶ αὐτὸς τὴν ἐλάτρευεν. Ἀδελφὴν δὲν
εἶχεν. Ὁ ἕνας ἀδελφός του εἶχε χαθῆ εἰς τὴν Ἀμερικὴν πρὸ χρόνων
καὶ δὲν ἠκούσθη. Ὁ ἄλλος, χασοέρης ἄχρηστος, ὡς μόνον ἐπάγγελμα
εἶχε τὸ νὰ πηγαίνῃ κάθε χρόνον μέσα εἰς τὴν μεγάλην στερεάν,
ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχον ἄφθονα θέρη[9], καὶ νὰ κάμνῃ τὸ ἔργον τῆς
σβάρνας[10]· ἦτο δὲ ἡ σβάρνα βαρεῖα σανίς[11], τὴν ὁποίαν ἔσυρον
ἄλογα ἢ βόδια εἰς τὸ ἁλώνι· καὶ αὐτὸς ἐκάθητο ἐπάνω εἰς τὴν
σανίδα, ἔμψυχον βάρος, διὰ νὰ γίνεται τέλειον τὸ ἁλώνισμα· ἐκεῖ
εἶχεν ἀποθάνει. Ὁ τρίτος ἐγύριζε ναυτικὸς εἰς τὰ ξένα. Ὁ Μανώλης
ἄλλην στοργὴν δὲν εἶχεν εἰς τὸν κόσμον ἀπὸ τὴν μητέρα του. Αὕτη
ἦτο ἤδη γραῖα[12], καὶ αὐτὸς εἶχε μεγαλώσει πολύ.
Οἱ ὀλίγοι φίλοι του, ἐκεῖνοι οἵτινες[13] συνεπάθουν πρὸς
αὐτὸν[14] ἐν τῇ ἀγορᾷ, τὸν εἶχον ἀκούσει ἐπανειλημμένως ν᾽
ἀπειλῇ καὶ νὰ λέγῃ μὲ τὴν γλῶσσάν του τὴν νηπιώδη:
- Τάνῃ Γιὰ πέτου ᾽γὼ πιιγῶ μέτα Μπούτι! (Σὰν πεθάνῃ ἡ Γριά, θὰ
πέσω ἐγὼ νὰ πνιγῶ μὲς στὸ Μπούρτσι.)
Ἐθεώρει τὸν ἑαυτόν του ὡς ἄχρηστον. Ἐξαιρουμένης τῆς γλώσσης τὸ
ἥμισυ τοῦ ἀνθρώπου ἦτο ὑγιές. Ὁ δεξιὸς ποὺς[15] ἐσύρετο κατόπιν
τοῦ ἀριστεροῦ, δὲν ἐκινεῖτο ἐλευθέρως. Ἡ δεξιὰ χεὶρ[16] ἂν καὶ
χονδρὴ καὶ δυσανάλογος, καὶ σχεδὸν παράλυτος φαινομένη, εἶχε
τεραστίαν ρώμην[17]. Ὡμοίαζε[18] μὲ μάγγανον[19] ἢ μὲ ὀδόντας
ταυροσκύλου[20]. Διὰ νὰ δράξῃ[21] ἓν πρᾶγμα, συνήθως
βραχίονα[22] ἢ πλάτην κανενὸς παιδίου ὀχληροῦ[23], ἐχρειάζετο
κόπον· ἔπρεπε νὰ τὴν βοηθήσῃ ἡ ἄλλη χείρ, νὰ ψαύσῃ[24] δηλαδὴ
τὸν γρόνθον[25] τῆς δεξιᾶς, καὶ νὰ τὸν διευθύνῃ· ἀφοῦ ὅμως
ἅπαξ[26] ἔδραττε[27] τὸ ἀντικείμενον, ἡ τεραστία χεὶρ δὲν τὸ
ἄφηνε πλέον, σχεδὸν καὶ ἂν ἤθελε νὰ τὸ ἀφήσῃ. Ἀλλοίμονον τότε
εἰς τὸν βραχίονα, εἰς τὴν ὠμοπλάτην, ἀλλοίμονον εἰς τὴν κεφαλὴν
τοῦ αὐθάδους!
Ἦτο χωλὸς[28] καὶ κυλλὸς[29] καὶ μογιλάλος[30]. Ἦτο ὁ Μανωλιὸς
τὸ Ταπόι.
Τέσσαρες ἢ πέντε ἄνθρωποι ἐγνώριζον καλῶς τὴν γλῶσσάν του εἰς
ὅλον τὸ χωρίον. Οὗτοι ἐκαλοῦντο, καθὼς τοὺς εἶχεν ὀνοματίσει ὁ
ἴδιος, ὁ Γωμέος, ὁ Παγιώτας καὶ ὁ Παπαγᾶς. Τὰ καθαυτὸ ὀνόματά
των ἦσαν, Λαμιαῖος καὶ Μιχαλιὸς καὶ Παπαγιάννης. Ἀλλὰ πῶς ἐκ τοῦ
Μιχαλιός, ἐσχημάτισε τὸ Παγιώτας; Ἄπορον[31]. Σπανίως προσέθετε
συλλαβὴν ἢ μετέθετε τὸν τόνον. Ἡ φθογγολογία του ἦτο
περιεργοτάτη, καὶ ἐν αὐτῇ ἐπλεόναζον[32] τὰ λαρυγγόφωνα[33], ὡς
καὶ τὰ σκληρὰ καὶ ψιλὰ ἐκ τῶν ἀφώνων[34].
Γατὶ ὠνόμαζε τὸ γαττί, γατὶ τὸ γιατί, γατὶ τὸ χαρτί.
Ἀλλ᾽ ἔξαφνα μίαν ἡμέραν ἐξέφερε[35] φράσιν ἐν ᾗ ὑπῆρχεν ἡ λέξις
αὕτη, πλὴν[36] δὲν ἔβγαινε νόημα οὔτε ὡς γαττί, οὔτε ὡς γιατί,
οὔτε ὡς χαρτί. Ἡ φράσις ἦτο:
«Πότε τῇ Γουτοῦ, Γουπατοῦ, μὰμ γατί». (Πότε νὰ ᾽ρθῇ τοῦ Χριστοῦ,
τ᾽ Ἁιβασιλειοῦ, νὰ φᾶμε…) Καταρχὰς οἱ τρεῖς γνῶσται τῆς γλώσσης
ἐνόμισαν ὅτι ἀπεκάλει μυκτηριστικῶς[37] γαττιὰ τὰ κρέατα τὰ
ὁποῖα ἐπωλοῦσαν οἱ κρεοπῶλαι τοῦ χωρίου. Οἱ τρεῖς
προειρημένοι[38], καὶ μάλιστα ὁ Παγιώτας, ἦσαν δυνατοὶ εἰς τὴν
γλῶσσαν, καὶ τὴν ὡμίλουν οἱ ἴδιοι. Ἀλλ᾽ ὅταν προσέτρεξαν εἰς τὰ
ἀνώτερα φῶτα τοῦ κὺρ Γιωργῆ τοῦ Λαυκιώτη, διευθυντοῦ τοῦ μεγάλου
καφενείου, ὅστις ἦτο καὶ ὁ ἐπίσημος προστάτης τοῦ Ταπόη, καὶ
οἱονεὶ[39] ἐπίτιμος[40] καθηγητὴς τῆς ἰδιαιτέρας γλώσσης, χωρὶς
νὰ τὴν ὁμιλῇ ὁ ἴδιος, οὗτος ἀπεφάνθη[41] ὅτι τοιαύτη πικρὰ
εἰρωνεία δὲν θὰ ἥρμοζεν[42] εἰς τὰ αἰσθήματα τοῦ πτωχοῦ, τοῦ
Μανώλη, ἀλλ᾽ ὅτι ἴσως ὠνόμαζεν ἁπλῶς γατὶ καὶ τὸ κατσίκι, καὶ τὸ
ἀρνί. Ὣς τόσον τὸ πρᾶγμα ἔμεινεν ἀμφίβολον ἄχρι[43] τῆς ὥρας
ταύτης.
Ἐπερίμενε πράγματι ἀνυπομόνως «πότε νά ᾽ρθῃ τοῦ Χριστοῦ, τ᾽
Ἁιβασιλειοῦ», καὶ ἅμα ἔμβαινε[44] τὸ Σαρανταήμερον, ὄπισθεν τῆς
θύρας τοῦ καφενείου τοῦ κὺρ Γιωργῆ, ἐσημείωνεν ἰδιοχείρως[45],
μὲ ἓν τεμάχιον[46] κιμωλίας, τόσες γιῶτες[47], ὅσας ἡμέρας ἔχει
ἡ Σαρακοστή· καὶ κάθε πρωί, πρὶν τοῦ δώσῃ ὁ Γιωργὴς τσιγάρον νὰ
καπνίσῃ, ἢ καφὲν νὰ πίῃ, ἔσπευδε νὰ σβήσῃ μίαν ἰῶτα, καὶ τὰς
ἔβλεπε μὲ χαρὰν νὰ ὀλιγοστεύουν. Πλὴν οἱ μοσχομάγκες[48] τῆς
ἀγορᾶς, λαθραίως[49], ἐπήγαιναν κ᾽ ἔγραφαν ἄλλες τόσες γιῶτες,
ὅσες εἶχε σβήσει ἐκεῖνος, κ᾽ ἔτσι ἡ Σαρακοστὴ ἐφαίνετο ὅτι δὲν
θὰ εἶχε ποτὲ τελειωμόν.
Ὁ Ἅις Νικόλας εἶχεν ἀσπρίσει ἤδη τὰ γένεια του πρὸ ἡμερῶν, καὶ
ἦτον ἡ σειρὰ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος ν᾽ ἀσπρίσῃ τὰ ἰδικά του· δὲν
ἔμενον πλέον εἰμὴ[50] δώδεκα ἡμέραι ἕως τὰ Χριστούγεννα.
-Ἔχουμε χαβὰ[51] ἀκόμα, βρὲ χταπόδι! τοῦ ἐφώναζεν ὁ Νικολὸς ὁ
Μπαλαλᾶς· εἰκοσιδυὸ μέρες ἀκόμα θέλουμε.
- Ναί, ταπόι! ἐψέλλιζεν ὁ Μανώλης· τὰ κότη κότα τύ. (Νὰ μαζώξῃς
τὴ γλῶσσά σου σύ.)
- Σὲ γελοῦν, βρὲ Μανιέ· δώδεκα μέρες ἀκόμα, τὸν ἐπαρηγόρει ὁ
Γιωργής.
Καὶ ἤρχετο ἡ καρδιὰ τοῦ Μανώλη στὸν τόπον της. Εἶχεν ἀναλάβει
μίαν ὑποχρέωσιν διὰ τὰς ἑορτάς. Ἐπρόκειτο νὰ συνοδεύῃ μερικὰ ἐκ
τῶν παιδίων τῆς Κάτω Γειτονιᾶς, ὅσα ἦσαν τέκνα ἢ ἀνεψίδια φίλων
καὶ προστατῶν του, ὅταν θ᾽ ἀνήρχοντο[52] πρὸς τὰ ἐπάνω, ἀφ᾽
ἑσπέρας[53] τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ὡς καὶ τοῦ Ἁγ.
Βασιλείου καὶ τῶν Φώτων, ἀνὰ δύο καὶ τρία, διὰ νὰ τραγουδήσουν
τὰ χαρμόσυνα τραγούδια εἰς τὰ σπίτια καὶ εἰς τὰ μαγαζειὰ τῆς
Ἐπάνω Ἐνορίας. Διότι δὲν θὰ ἐτόλμων ποτὲ νὰ ἀνέλθουν μοναχά των
ἐκεῖ ἐπάνω.
Από τον ιστοχώρο της «Εταιρείας Παπαδιαμαντικών
[1] ἐχλεύαζον: κοροΐδευαν δημόσια με τρόπο περιφρονητικό ή και
θορυβώδη, τον περιγελούσαν.
[2] οἱ θαμῶνες: όσοι συχνάζουν σε κάποιο μέρος.
[3] τῶν ἀγυιοπαίδων: των παιδιών που γυρίζουν στους δρόμους (
> ἀγυιά = οδός, δρόμος + παῖς = παιδί).
[4] διακονήματα: υπηρεσίες.
[5] μετὰ βίας: με δυσκολία, με το ζόρι.
[6] φίλευμα: κέρασμα.
[7] σπονδή: επίσημη συνθήκη ειρήνης ή ανακωχή.
[8] περιπαθῶς: με ένα τρόπο βαθύ και υπερβολικό (εδώ).
[9] θέρη: θερίσματα σιτηρών.
[10] τὸ ἔργον τῆς σβάρνας: η σβάρνα είναι γεωργικό εργαλείο που
χρησιμοποιείται για το σπάσιμο των σβόλων και για το ίσιωμα του
χωραφιού μετά το όργωμα, πρβλ. τη μεταφορική χρήση στη φράση
«πήρε σβάρνα» (π.χ. όλους τους γιατρούς).
[11] σανίς: σανίδα.
[12] γραῖα: γριά, ηλικιωμένη.
[13] οἵτινες: οι οποίοι.
[14] συνεπάθουν πρὸς αὑτόν: έτρεφαν αισθήματα συμπάθειας γι’
αυτόν.
[15] ποὺς: πόδι.
[16] χεὶρ: χέρι.
[17] ρώμην: δύναμη.
[18] Ὡμοίαζε: έμοιαζε.
[19] μάγγανον: μηχάνημα / όργανο που συσφίγγει.
[20] ταυροσκύλου: ράτσα σκύλου μεγαλόσωμου και δυνατού
(bulldog).
[21] δράξῃ: να αρπάξει < ἀδράχνω (γ΄ ενικό πρόσωπο
υποτακτικής αορίστου).
[22] βραχίονα: μπράτσο.
[23] ὀχληροῦ: ενοχλητικού.
[24] νὰ ψαύσῃ: να αγγίξει, να πιάσει (γ΄ ενικό πρόσωπο
υποτακτικής αορίστου) < ψαύω.
[25] τὸν γρόνθον: τη γροθιά.
[26] ἅπαξ: μια φορά.
[27] ἔδραττε: άρπαζε.
[28] χωλὸς: κουτσός.
[29] κυλλὸς: ανάπηρος από το ένα χέρι (πρβλ. κουλός).
[30] μογιλάλος: βραδύγλωσσος. «Ἦτο χωλὸς καὶ κυλλὸς καὶ
μογιλάλος. Ἦτο ὁ Μανωλιὸς τὸ Ταπόι». Η φράση διέπεται από
μουσικότητα και ρυθμό. Σ’ αυτό συμβάλλει η παρήχηση του λ αλλά
και τα λαρυγγικά σύμφωνα (κ, γ, χ) που, ταυτόχρονα, παραπέμπουν
στις ιδιαιτερότητες του τρόπου που μιλά ο ήρωας.
[31] Ἄπορον: άξιο απορίας.
[32] ἐπλεόναζον: περίσσευαν, γ΄ πρόσωπο παρατατικού.
[33] λαρυγγόφωνα: τα λαρυγγικά σύμφωνα κ, γ, χ, γκ
[34] τὰ σκληρὰ καὶ ψιλὰ ἐκ τῶν ἀφώνων: δηλαδή τα κ, π, τ (ψιλά
άφωνα) και χ, φ. θ (δασέα / σκληρά άφωνα).
[35] ἐξέφερε: διατύπωσε (εδώ), γ΄ πρόσωπο παρατατικού του
ρήματος ἐκφέρω.
[36] πλὴν: αλλά (εδώ), αντί αντιθετικού συνδέσμου.
[37] μυκτηριστικῶς: κοροϊδευτικά, χλευαστικά.
[38] προειρημένοι: που αναφέρθηκαν πιο πριν, μτχ. παρακειμένου
του προλέγομαι.
[39] οἱονεὶ: κάτι σαν, σαν να επρόκειτο για.
[40] ἐπίτιμος: πρόσωπο που του έχει ανατεθεί τιμητικά ένας
τίτλος χωρίς όμως να ασκεί και τα σχετικά καθήκοντα που αυτός
συνεπάγεται· η χρήση εδώ χιουμοριστική – ειρωνική.
[41] ἀπεφάνθη: εξέφερε την έγκυρη γνώμη, γ΄ πρόσωπο αορίστου του
αποφαίνομαι.
[42] δὲν θὰ ἥρμοζεν: δε θα ταίριαζε, δε θα ήταν σύμφωνη, γ΄
πρόσωπο παρατατικού του ἁρμόζω.
[43] ἄχρι: μέχρι.
[44] ἔμβαινε: < ἐμβαίνω, έμπαινε.
[45] ἰδιοχείρως: με το ίδιο του το χέρι (επίρρημα).
[46] τεμάχιον: κομμάτι.
[47] γιῶτες: οι γραμμές που χαράσσει κανείς για να δείξει το
πέρασμα των ημερών.
[48] οἱ μοσχομάγκες: οι νεαροί μάγκες.
[49] λαθραίως: κρυφά.
[50] εἰμὴ: μόνο.
[51] χαβὰ: σκοπό, μελωδία άσματος, (εδώ μεταφορικά) καιρό.
[52] θ’ ἀνήρχοντο: θα ανέβαιναν.
[53] ἀφ’ ἑσπέρας: από το βράδυ.