Δεν ωφελεί να μιλάς αν δε δεις τ’ αυτιά της

Όταν η Κίσσα απομακρύνθηκε ένα δυο τετράγωνα, άρχισε το κανονικό ματς – το άλλο αποδείχτηκε ζέσταμα. Άδικα βιάστηκε ο Χάρης να αποσυρθεί στο δωμάτιό του. Η κυρα-Γιώτα παραβίασε το άσυλο και τον έσυρε με το ζόρι έξω. Προφανώς είχε στηρίξει πολλές ελπίδες στην υπόθεση, γιατί ποτέ άλλοτε δεν τον είχε ακουμπήσει. Στο σώμα εννοείται, γιατί από μέσα δεν τον είχε απλώς ακουμπήσει, κόντευε να τον κάνει λιώμα. Τον κατέβασε σαν σακί από τις σκάλες, χωρίς να καταλαβαίνει πού πατάει. «Με ρεζίλεψες, ρε!» φώναζε ξανά και ξανά, κάθε φορά πιο δυνατά απ’ την προηγούμενη, σαν να την κούφαινε η φωνή της η ίδια. Μετά, επειδή καθότανε ακίνητος, άρχισε να του τραβάει τα ρούχα για να τον προκαλέσει. Η μαύρη –και, εδώ που τα λέμε, άθλια– μπλούζα του κόντευε να της μείνει στα χέρια.
«Τι μου φόρεσες τα κουρέλια κι εμφανίστηκες; Τι να δει η γυναίκα από σένα και να ζηλέψει; Χήρος είσαι ή άπορος; Τα βάρη τι τα σηκώνεις στο γυμναστήριο, για να ακουμπάω τα πεντοχίλιαρα εγώ;»
Οι μύες του προσώπου της χόρευαν. Φοβήθηκε ο Χάρης. Πώς τα κατάφερνε αυτή η γυναίκα και τον ξανάκανε όποτε της καπνίσει τριών χρονών; «Μη, μου την έσκισες».
«Εγώ δεν την πλήρωσα; Εγώ θα τη σκίσω! Κι εσένα θα σκίσω μαζί».
«Εγώ δεν είμαι ρούχο, είμαι άνθρωπος».
«Από πότε, ρε, έγινες άνθρωπος και δεν το πήραμε είδηση; Άνθρωπος είναι αυτός που ξυπνάει δώδεκα η ώρα το μεσημέρι; Αυτός που γυρνάει στις καφετέριες με τα ρεμάλια και κριτικάρει τη μάνα που τον γέννησε; Ποια θα σε σεβαστεί εσένα, ρε; Ποια θα σ’ εκτιμήσει και θα σε πάρει;»
«Ας μη με πάρει».
«Α, μπα; Και πώς θα ζήσεις, ρε κοπρίτη; Εγώ τα θερμοκήπια σε πέντε χρόνια θα τα πουλήσω, σ’ το λέω. Προίκα γιοκ. Δε θα σ’ αφήσω να τα φας εσύ. Θα τα πουλήσω να τα φάω με τον πατέρα σου».
Σιγά, θα σου πιαστεί η μασέλα, διασκέδαζε από μέσα του ο μικρός. Ήταν πασίγνωστο ότι η επιχείρηση βούλιαζε, στον γιο της βρήκε να κάνει επίδειξη τώρα;
«Έλα, βρε Γιώτα...» έκανε να μπει στη μέση ο κυρ Λάμπρος, εμψυχωμένος που τον συμπεριέλαβε στο φάγωμα.
Όσο μιλούσε, προσπαθούσε ταυτόχρονα να χωθεί ανάμεσα μήπως γλιτώσει τον γιόκα του από τις ανάποδες. Ο Χάρης τον έπιασε απ’ το μπράτσο και τον παραμέρισε για να μην του ’ρθει κι αυτουνού καμία. Δεν ήταν για πολλά πολλά ο δόλιος. Μετά την ιστορία με  τον θυρεοειδή ήταν ετοιμόρροπος. Με το παραμικρό έτρεμε ολόκληρος.
«Κάτσε στην μπάντα εσύ, μη σε πάρει και σε σηκώσει. Εσύ τον έκανες έτσι, φά’ τον τώρα. Τον πήρες μια φορά σαν πατέρας να του πεις «Κάνε μια σαλάτα, στρώσε ένα κρεβάτι, βοήθα»; Όχι! «Το παιδί πάει σχολείο, το παιδί έχει διάβασμα». Να το το παιδί τώρα. Άχρηστο στο σχολείο, άχρηστο και στο σπίτι. Αυτός, ρε, δεν είναι ικανός να ανοίξει τον φούρνο να βάλει μέσα ένα ταψί! Όχι ν’ ανοίξει σπίτι...»
«Μικρό είναι ακόμα. Θα του πήξει το μυαλό» ξαναπροσπάθησε εκείνος.
«Ποιο μυαλό, μωρέ; Για να σου πήξει, πρέπει να υπάρχει κιόλας. Βλέπεις εσύ να υπάρχει μυαλό στο κεφάλι του γιου σου; Όλο μπούκλα και αέρας είναι. Μυαλό μηδέν. Άμα είχε, δε θ’ άφηνε σήμερα τα εκατομμύρια να γλιστρήσουν μέσα απ’ τα χέρια του. Σε όλη τη ζωή του θα καθόταν και θα έτρωγε. Βασιλιάς θα ήταν το κωλόπαιδο. Ούτε με το σπίτι ούτε με τα παιδιά θα ασχολιότανε. Δέκα άντρες θα του ’παιρνε στο σπίτι η Κίσσα! Ξέρεις τι αρχόντισσα είναι;»
Μιλώντας για την Κίσσα, ένα περίεργο πράμα: σαν να της γλιστρούσε απ’ το πρόσωπο ο θυμός και άφηνε πίσω του σκέτη στενοχώρια. Την έβλεπες, το πίστευε πραγματικά ότι αυτή ήταν η ιδανική ζωή κι ο βλάκας ο γιος της την έχασε. Ήταν τρελό, αλλά αυτό τον πείραξε τον Χάρη περισσότερο κι απ’ το ξύλο και τις βρισιές. Εκείνη τη στιγμή ξεκαθάρισε η θολούρα ενός χρόνου στο κεφάλι του. Δίκιο είχε το φιλαράκι του ο Μάρκος. Ματαιοπονούσε. Δεν μπορείς να αποδείξεις στη μάνα σου ότι είσαι ο κυνηγός όταν αυτή είναι πεπεισμένη πως είσαι η μπεκάτσα.
Όταν η Γιώτα απόκαμε και τον άφησε απ’ τα χέρια της, τα δικά του χέρια ήταν γδαρμένα και κόκκινα. Πήρε να ανέβει πάλι παραπατώντας τις σκάλες, όταν τον ακινητοποίησε η φωνή της: «Αύριο έξι η ώρα έχει εγερτήριο. Αρχίζεις δουλειά στα θερμοκήπια».
«Μα, Γιώτα μου, αγόρι πράμα, τι ξέρει αυτό από θερμοκήπια;» έκανε την ύστατη προσπάθεια ο κυρ Λάμπρος.
«Ξεράδια άμα δεν ξέρει. Σάμπως θα τον βάλω στη διεύθυνση; Χαμαλίκια θα κάνει».
«Άσ’ τον σήμερα» επέμεινε διακριτικά ο άντρας της «αύριο τα ξανασυζητάμε».
«Τέρμα το αύριο. Να σπουδάσει δεν του κόβει, να παντρευτεί δε θέλει, τι μένει; Βαστάζος στο θερμοκήπιο. Ανεξαρτησία δε θες, κοπρίτη; Στις έξι θα είσαι όρθιος. Αλλιώς ετοιμάσου να ψοφήσεις στην πείνα».
Ο Χάρης συνέχισε να ανεβαίνει τη σκάλα αμίλητος.
«Ακούς;»
Τα εκνευρισμένα ντεσιμπέλ της τρόμαξαν τον κυρ Λάμπρο, που αναπήδησε. Λες και μπορούσε να μην ακούει... Η καταραμένη αυτή λέξη, η λέξη-όπλο που εκπυρσοκροτούσε στ’ αυτιά του δεκαοχτώ ολόκληρα μίζερα χρόνια, έκανε το θαύμα της. Ο Χάρης κατάλαβε ξαφνικά ότι δεν ήθελε να την ξανακούσει ποτέ πια.

 

Λένα Διβάνη, «Εργαζόμενο αγόρι», Αθήνα, εκδόσεις Πατάκη, σελ. 22-25