Γιώργος Σεφέρης, Πρόλογος στην «Έρημη χώρα» του Θ.Σ. Έλιοτ (απόσπασμα)

Δε θέλω να πω ότι δεν πρέπει να παρέχει η ποίηση ένα νόη­μα λογικό. Το μόνο που υποστηρίζω είναι πως η ύπαρξη του νοή­ματος αυτού είναι συχνά άσχετη με την ποιητική αξία, πως είναι κακό σημάδι ή άσχημο σύστημα ν’ αρχίζουμε προσεγγίζοντας την ποίηση από το λογικό της νόημα, και κυρίως πως η ποίηση είναι λογοτεχνία προφορική. Μολονότι σήμερα έχουμε πάρει τη συνή­θεια να διαβάζουμε μόνο με τα μάτια, πρέπει σα λογοτεχνία προ­φορική να την αντικρίσουμε πρώτα-πρώτα, αν θέλουμε να την καταλάβουμε. Γιατί αυτή είναι η πηγή της και αυτή είναι η φυλή της: ο προφορικός λόγος, που, στην πιο παρωχημένη άκρη της γενιάς του, συναντά το «άγριο χτύπημα» που αναφέρει ό Έλιοτ «ενός τυμπάνου μέσα στη ζούγκλα». Και αν ψάξουμε προς αυτή την κατεύθυνση για να βρούμε τη διαφορά ποίησης και πρόζας, φαντάζομαι να μην πάει χαμένος ο κόπος μας∙ ένα πα­ράδειγμα: η ποίηση χρησιμοποιεί τη σιωπή, είναι καμωμένη από λόγο και από σιωπή, σμιλεύει τη σιωπή κατά κάποιον τρόπο. Η πρόζα είναι μια τέχνη σιωπηλή, ξετυλίγεται μέσα στη σιωπή∙ αν έχει διακοπές δεν μπορεί να έχει σιωπές. Συνήθως η πρόζα που προσκαλεί την απαγγελία, η ποιητική πρόζα, είναι κακή πρόζα∙ η ποίηση που δεν προσκαλεί τη φωνή είναι κακή ποίηση. Και όμως πόσοι από αυτούς που διαβάζουν ποιήματα, αισθάνονται την ανάγκη να τ’ ακούσουν για να τα καταλάβουν. Και πόσοι λιγότεροι ξέρουν να τ’ ακούσουν.

Σαν προφορικός ρυθμός η ποίηση αποτείνεται σ’ ολόκληρο τον άνθρωπο, στις αισθήσεις του, στα συναισθήματά του, και στο λογικό του σα διαμορφωτή συναισθημάτων. Απαιτεί ολόκληρο τον άνθρωπο, εκείνον που δίνεται με τον αμεσότερο τρόπο, χωρίς να σταθεί να λογαριάσει αν καταλαβαίνει. Δεν καταλαβαίνουμε, όταν φοβούμαστε πώς δε θα καταλάβουμε. Αυτός ο φόβος είναι το με­γαλύτερο εμπόδιο της ποιητικής επαφής. Όταν αυτός λείψει, η κατανόηση έρχεται αργότερα μόνη της και σιγά-σιγά, όπως πάν­τα. Το ρητό πως «η ποίηση είναι μια στάση απέναντι στη ζωή», θέλει να πει, φαντάζομαι, πολλά άλλα πράγματα ακόμη, αλλά θέ­λει να πει και τούτο: μια στάση, όπως λέμε η στάση ενός αγάλ­ματος. Ο ποιητής συντάσσει τον άνθρωπο απέναντι στη ζωή και, σε τελευταία ανάλυση, μ’ αυτό τον τρόπο αισθάνομαι τον Αισχύλο, όταν χάνεται στο τέλος της Ορέστειας η πομπή των Ευμενίδων:


Ζευς παντόπτας
ούτω Μοίρά τε συγκατέβα.
Ολολύξατε νυν επί μολπαίς.

 

Θ.Σ Έλιοτ, Η έρημη χώρα, μτφρ. Γιώργου Σεφέρη, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2020 (ανατύπωση του 1973), σελ.32-33