«Η μετάφραση είναι πράξη βίας»
(μία συνομιλία με τον ποιητή και μεταφραστή Κώστα Κουτσουρέλη)
«Η ιδέα του ισότιμου διαλόγου των γλωσσών, η υπόθεση δηλαδή ότι ο Έλληνας και ο Αμερικανός συγγραφέας ξεκινούν από την ίδια αφετηρία, δεν είναι απλώς εξωπραγματική – είναι ανόητη». Ο Κώστας Κουτσουρέλης μιλάει για το πρόσφατο βιβλίο του «Η πλάνη του Γκαίτε: Για μια κριτική του μεταφραστικού λόγου», Μικρή Άρκτος, 2022.
– Μετάφραση, ποίηση ή συγγραφή; Ποιο από τα τρία προτιμάτε και γιατί;
Γράφω σημαίνει λέω, μιλώ εγώ ο ίδιος και για λογαριασμό μου. Μεταφράζω σημαίνει ξαναλέω: παίρνω τον λόγο ενός άλλου και τον πάω παραπέρα, τον αποδίδω με τη δική μου φωνή. Παρότι και τις δύο φορές πρόκειται περί λόγου, η απόσταση είναι ουρανομήκης. Όσο η απόσταση που χωρίζει τον Μπαχ, λ.χ., από τον Πάου Καζάλς ή τον Σλάβα Ροστροπόβιτς. Με άλλα λόγια: ο Μπαχ θα συνέχιζε να είναι Μπαχ ακόμη και χωρίς τους πιο χαρισματικούς ερμηνευτές του – το ανάποδο αποκλείεται. Τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή τούς ερμήνευσαν σπουδαίοι ηθοποιοί στην Αρχαιότητα, ονόματα λαμπερά που γέμιζαν τα αμφιθέατρα αλλά δεν τα θυμάται κανείς σήμερα. Κι αυτό δεν είναι άδικο, η συμβολή τους ήταν άλλης φύσεως και η αναγνώρισή της δεν περνάει υποχρεωτικά από την υστεροφημία. Τέτοια είναι και η συμβολή του μεταφραστή. Δουλειά του είναι όχι να ανάβει, αλλά να μεταφέρει την δάδα στον χώρο και τον χρόνο. Οπότε δεν τίθεται ζήτημα σύγκρισης – έτερον εκάτερον. Τώρα, αν με ρωτάτε τι μου αρέσει περισσότερο, θα σας πω ότι η μετάφραση ενίοτε είναι πιο ξεκούραστη, πιο ευχάριστη δουλειά, δεν απαιτεί βουλητική εγρήγορση όση το πρωτότυπο γράψιμο, που είναι ζόρικη υπόθεση. Δεν ικανοποιεί όμως και πνευματικά στον ίσο βαθμό. Με την ευκαιρία, ένα από τα ζητήματα που πραγματεύομαι στο βιβλίο μου είναι αυτή ακριβώς η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ πρωτογενούς συγγραφικής δημιουργίας και υστερότοκης μεταφραστικής ερμηνείας ή εκτέλεσης του πρωτότυπου έργου.
– Τι υποδηλώνει ο τίτλος «Η πλάνη του Γκαίτε»; Γιατί τον επιλέξατε;
Τριάντα χρόνια τώρα εκπονώ, επιμελούμαι, διορθώνω, κρίνω, σχολιάζω μεταφράσεις. Επιπλέον έχω σπουδάσει και διδάξει μετάφραση, ακόμη και ελλανοδίκης σε μεταφραστικά βραβεία έχω χρηματίσει. Κάπως λοιπόν γνωρίζω το πράγμα. Στην «Πλάνη του Γκαίτε» συγκέντρωσα κάποια από τα κείμενα που έχω γράψει σχετικά, τα συστηματικότερα, αυτά που αναδεικνύουν καλύτερα το ειδικό πρίσμα υπό το οποίο βλέπω τη μετάφραση και τα προβλήματά της σήμερα.
Πριν διακόσια χρόνια, ο Γκαίτε είχε επαγγελθεί την έλευση μιας εποχής όπου οι τοπικοί φραγμοί δεν θα παίζουν πλέον ρόλο, την εποχή μιας αληθινά παγκόσμιας, οικουμενικής λογοτεχνίας, όπου συγγραφείς και έργα θα κρίνονται και θα εκτιμώνται ανεξαρτήτως της γλώσσας και της προέλευσής τους. Η πρόβλεψή του για ένα διάστημα φαινόταν να επαληθεύεται, όλο και εξωτικότερα ονόματα απ’ όλες τις γωνίες του πλανήτη και από σπάνιες γλώσσες έρχονταν να εμπλουτίσουν τον παγκόσμιο κανόνα. Σήμερα η τάση αυτή έχει πλήρως αναστραφεί, η λογοτεχνία όπως και να τη δει κανείς γίνεται πολιτισμικά, ιδεολογικά, τεχνοτροπικά όλο και πιο μονόχνωτη, όλο και πιο μονοφωνική. Έχουμε μια ομογενοποίηση δηλαδή, την εξάλειψη της γλωσσικής και της λογοτεχνικής ποικιλότητας, η οποία χρονικά δεν είναι τυχαίο ότι συμπίπτει πολιτικά με την περίοδο της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης. Δεν είναι ο Γκαίτε που δικαιώθηκε στην πρόβλεψή του λοιπόν, αλλά ρεαλιστές παρατηρητές όπως ο Δανός κριτικός Γκέοργκ Μπράντες που έλεγε ότι οι συγγραφείς που δεν γράφουν στις διαδεδομένες γλώσσες, έχουν ελάχιστες πιθανότητες να γίνουν ευρύτερα γνωστοί όσο καλοί και αν είναι. «Παγκόσμια λογοτεχνία» δεν υπάρχει, ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ. Αν το συνειδητοποιήσουμε αυτό, θα δούμε και τη μετάφραση στις πραγματικές της διαστάσεις.
– Υπάρχει για σας τελικά ισότιμος διάλογος των γλωσσών; Συμβάλλει η μετάφραση στην αλληλοκατανόηση των ανθρώπων;
Ο αναγνώστης ας με συγχωρέσει που, για τις ανάγκες του παραδείγματος και μόνον, θα παραλληλίσω εδώ τον πασατέμπο της τρέχουσας πολιτικής με τα εδεμικά μήλα της γραφής. Όσο ισοτίμως διαλέγονται ο κ. Μητσοτάκης και ο κ. Μπάιντεν στα διεθνή φόρα, όσο ισοτίμως δηλαδή τους μοιράζουν την προσοχή τους τα ΜΜΕ και οι ισχυροί παράγοντες της οικονομίας, άλλο τόσο ισοτίμως συνομιλούν στον «Διεθνή Κανόνα της Λογοτεχνίας» ο Διονύσιος Σολωμός και ο Κάρολος Μπωντλαίρ, ο Άντον Τσέχωφ και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Η ιδέα του “ισότιμου διαλόγου των γλωσσών”, η υπόθεση δηλαδή ότι ο Έλληνας και ο Αμερικανός συγγραφέας ξεκινούν από την ίδια αφετηρία, δεν είναι απλώς εξωπραγματική – είναι ανόητη. Όσο γρηγορότερα κλείσουμε τα αυτιά μας σε ψευδαισθησιογόνα σλόγκαν του τύπου «η μετάφραση είναι γέφυρα μεταξύ των πολιτισμών», τόσο το καλύτερο. Ιδίως όσοι μιλούμε και γράφουμε σε γλώσσες μικρές και, εκ των πραγμάτων, στο ισοζύγιο της πολιτιστικής ισχύος, παρακατιανές.
Όσο για την ιδεαλιστική πίστη ότι αρκεί να γνωρίσεις τα πάθη και τα χούγια του άλλου, του Ξένου, του Μακρινού, για να τον καταλάβεις και να τον συμπονέσεις και να τα βρεις μαζί του, δεν είναι παρά μια ουμανιστική δοξασία. Τρεις χιλιάδες χρόνια τώρα διαψεύδεται συνεχώς. Μεταφράσεις κάνουν και οι μυστικές υπηρεσίες, κι αυτές την κατανόηση προάγουν – του Εχθρού. Τι θέλω να πω με αυτό; Η μετάφραση είναι μέσο, είναι όργανο ή και όπλο. Υπηρετεί ποικίλους σκοπούς, όχι μόνο ευγενείς ή φιλειρηνικούς όπως θέλουμε να νομίζουμε. Είναι από τους βασικούς φορείς του πολιτιστικού ηγεμονισμού, λ.χ., της ιδεολογικής επιβολής των ισχυρών επί των ανίσχυρων, ένα είδος soft power. Είναι τυχαίο ότι τα δύο τρίτα των βιβλίων που μεταφράζονται στα ελληνικά σήμερα είναι αγγλόφωνα; Ή ότι η σύγχρονη ρωσσική ή κινεζική ή αραβική λογοτεχνία στην ελληνική βιβλιαγορά είναι στην πραγματικότητα απούσες; Ή ότι οι Αγγλοαμερικανοί είναι αναγνωστικά απομονωτιστές, ότι αδιαφορούν για τους ξενόγλωσσους συγγραφείς; Πολλές φορές είναι ακριβώς η βαθιά κατανόηση του Άλλου που σου δείχνει ότι η καταλλαγή και η ειρήνευση μεταξύ σας είναι αδύνατη. Μετά την ήττα του 1870-71, οι Γάλλοι μελέτησαν πολύ προσεκτικά, κάποτε και με ειλικρινή θαυμασμό, τη λογοτεχνία και τη σκέψη των, νικητών τους, Γερμανών. Και κατέληξαν στο, ορθό, συμπέρασμα: μια νέα γαλλογερμανική σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Ήταν αυτός ένας από τους λόγους της επικράτησής τους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ας τα έχουμε λοιπόν και αυτά υπ’ όψιν μας κάθε φορά που ακούμε μεγαλόσχημους φορείς, την Ουνέσκο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση, π.χ., να εγκωμιάζουν τους μεταφραστές ως «γεφυροποιούς μεταξύ των πολιτισμών». Από τις γέφυρες δεν διέρχονται μόνο τουρίστες. Ενίοτε περνούν και τανκς.
– Ποια θεωρείτε ότι είναι τα χαρακτηριστικά μιας «σωστής» μετάφρασης;
Η λογοτεχνική μετάφραση δεν είναι ακριβής επιστήμη ώστε να μετράται με κριτήριο την τυπική της ορθότητα. Είναι τέχνη, η μεταφραστική τέχνη, και κρίνεται με γνώμονα την αισθητική της πειθώ. Επιμέρους σφάλματα μεταφραστικά, παρανοήσεις ή παρερμηνείες της μιας ή της άλλης λέξης γίνονται και θα γίνονται πάντα. Άλλωστε και τα πρωτότυπα κείμενα συχνά έχουν λάθη, πραγματικά και άλλα. Όμως αυτά είναι παρωνυχίδες, δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία όταν μια μετάφραση είναι εκφραστικά δραστική. Το πρόβλημα δεν είναι λοιπόν τα όποια μεταφραστικά παραστρατήματα αλιεύει εδώ κι εκεί η λαθοθηρία μας, αλλά όλος αυτός ο μεγάλος όγκος των μέτριων και κακών μεταφράσεων που νερώνουν ή και ακυρώνουν την αισθητική αξία του πρωτοτύπου. Διαβάζει κανείς διάσημα έργα ξένων πεζογράφων μεταφρασμένα και απορεί γιατί γίνεται έξω γι’ αυτά τόσος λόγος, τόσο φτωχά και άτεχνα μοιάζουν στα ελληνικά. Η μεγάλη πλειονότητα των ποιητικών μεταφράσεων σήμερα, παρότι αποδίδει συνήθως κατά λέξη το πρωτότυπο, δεν έχει ποιητική αξία. Όμως η κριτική μας ποτέ δεν στέκεται σ’ αυτό, αντιθέτως συχνά τις εγκωμιάζει.
– Θα έπρεπε ή δεν θα έπρεπε –κατά τη γνώμη σας– να υπάρχει θεωρία στη μετάφραση; Και αν ναι, με ποια συμφωνείτε;
Θεωρία για ποιον είναι το ερώτημα. Αν η απάντηση είναι «για τους μελετητές και τους ακαδημαϊκούς δασκάλους», καλώς και υπάρχει. Όλο και κάτι (τους) προσφέρει. Αν είναι «για τους μεταφραστές» ή, πολύ περισσότερο, «για τους αναγνώστες των μεταφράσεων», το πράγμα αλλάζει. Είναι σαν να ισχυρίζεται κανείς ότι ο λογοτέχνης ή ο αναγνώστης του που παίζει τη θεωρία της μετρικής ή της αφηγηματολογίας στα δάχτυλα, γίνεται καλύτερος λογοτέχνης ή αναγνώστης. Οι θεωρίες συνήθως υπεραναλύουν, υπερμεγεθύνουν κάποια πράγματα και αγνοούν κάποια άλλα. Υπάρχει όμως και μια σκέψη προθεωρητική, για να την πω έτσι, προσανατολισμένη στην πράξη, όχι στις εξ αποστάσεως αφαιρέσεις. Η καλύτερη μεταφραστική σκέψη είναι τέτοια, προθεωρητική. Και θα τη βρούμε ενσωματωμένη στα ίδια τα μεταφράσματα, όχι στα ειδικά εγχειρίδια.
– Ποιες είναι οι πιο συνηθισμένες παγίδες στις οποίες πέφτει ένας μεταφραστής;
Υπάρχουν κάμποσες. Η στενοκεφαλιά, ας πούμε, η πίστη δηλαδή ότι υπάρχουν «αρχές» αμετάθετες στη δουλειά του, θεωρίες εφαρμοστέες παντού και πάντα. Ή η ουμανιστική πλάνη, η ψευδαίσθηση δηλαδή ότι η ενασχόληση με τα υψηλά γράμματα από μόνη της κάνει έναν άνθρωπο «ανώτερο», καλύτερο από τους συνανθρώπους του. Όμως ο ξεσκολισμένος ξέρει από πρώτο χέρι νομίζω πόσο ευέλικτη, πόσο «οπορτουνιστική» υπόθεση είναι το μεταφράζειν. Και αν δεν εθελοτυφλεί συστηματικά, γνωρίζει επίσης ότι το σινάφι των γραμματιζούμενων δεν διαφέρει δα και πολύ απ’ όλα τ’ άλλα.
– Υπάρχουν έργα που δεν μεταφράζονται;
Πολλοί το έχουν αυτό ισχυριστεί. Η μεταφραστική πράξη τούς διαψεύδει. Εδώ μεταφράστηκαν τα «τούβλα» της καζαντζακικής Οδύσσειας και των τζοϋσιανών Φίννεγκαν, και εξακολουθούν να μεταφράζονται αδιάκοπα. Συχνά μάλιστα είναι ακριβώς το «αμετάφραστο» ενός έργου που παρακινεί τους μεταφραστές να καταπιαστούν μαζί του. Δυσμετάφραστα έργα, ναι, υπάρχουν πολλά. (Και ορισμένων δεν τους φαίνεται καν σε πρώτη ματιά…) Όμως, για να παραφράσω έναν Γερμανό θυμόσοφο, όσοι επιμένουν να λένε ότι υπάρχουν έργα εντελώς αμετάφραστα, απλώς αγνοούν τη βιβλιογραφία.
– Ποια είναι η θέση της λογοτεχνικής μετάφρασης στο ελληνικό εκδοτικό τοπίο;
Στην Ελλάδα μεταφράζουμε πολύ, το ένα στο δύο βιβλία που κυκλοφορούν είναι μετάφρασμα. Δυστυχώς, στην πλειονότητά τους πρόκειται για βιβλία επικαιρικού μόνο ενδιαφέροντος, για να το πω κομψά. Τα παιδευτικά κενά που έχουμε, τα σπουδαία βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας και σκέψης δηλαδή που δεν έχουν μεταφραστεί, παραμένουν θηριώδη. Προσπάθειες γίνονται, και επιτυχημένες, δεν ξέρω όμως αν βρίσκουν ουσιαστική απήχηση. Όταν το κοινό εθιστεί στην μετριογραφία, η αναστροφή με το πράγματι σημαίνον γίνεται όλο και πιο δύσκολη δουλειά. Γενικά, το ερώτημα είναι τι αφήνουν πίσω τους όλες αυτές οι μεταφράσεις, αν ριζώνουν στη δική μας εμπειρία, αν γονιμοποιούν την ελληνική σκέψη και την ελληνική γραφή. Και εδώ η απάντηση που δίνω είναι μάλλον κατηφής. Τη δεκαετία του ’70, λ.χ., μεταφράζαμε σωρηδόν μαρξιστές και υπαρξιστές, τη δεκαετία του ’80 περάσαμε στη μόδα του δομοαποδομητισμού, μετά το ’90 ανακαλύψαμε τα καλά του φιλελεύθερου δόγματος και του «Τέλους της Ιστορίας». Ε και; Απέμεινε τίποτε, έδωσαν τίποτα όλα αυτά τα εισαγόμενα αγαθά (ή «αγαθά») έξω από πρόσκαιρες ψευδαισθήσεις; Ανάλογα ισχύουν και για την ξενόγλωσση λογοτεχνία, οι μεταφράσεις της Γενιάς του ’30, ο Λόρκα, ο Έλιοτ, ο Μαγιακόφσκι, άφησαν γόνιμα ίχνη στη γραφή μας. Οι τωρινές μεταφράσεις που γίνονται, και εξαιρετικές να είναι, αμφιβάλλω αν ωφελούν, αν επηρεάζουν θετικά κανέναν.
– Με ποια κριτήρια σήμερα επιλέγονται τα έργα που μεταφράζονται;
Προσωπικά δεν διακρίνω παρά τα κριτήρια της μίμησης και της μόδας. Φυσικά υπάρχουν εξαιρέσεις, όμως το παιδευτικό ιδεώδες των μεταφραστών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, ο πόθος τους να θεραπεύσουν την «φιλολογική απορία του έθνους», όπως έλεγε ο Πολυλάς στον καιρό του, την απουσία δηλαδή ελληνικής μετάφρασης τόσων και τόσων αριστουργημάτων της παγκόσμιας γραμματείας, πόσους μεταφραστές ή εκδότες μας εμπνέει ακόμη; Θα μου αντιτάξει ίσως κανείς, ότι αυτοί οι λίγοι είναι οι καλύτεροι και οι αξιότεροι. Σύμφωνοι, όμως μέσα στις χιλιάδες τα βιβλία που μεταφράζονται κατά κόρον, πόσο ζυγίζει, πόσο μετράει σήμερα το έργο τους; Τι απήχηση έχει στη γραφή και την σκέψη μας, στα ελληνικά που μιλάμε; Αν δούμε την προβολή τους στη σφαίρα της δημοσιότητας και στα ΜΜΕ, θα πρέπει να παραδεχθούμε νηφάλια: ελάχιστη. Αντιθέτως, η αρνητική επιρροή των μαζικών μεταφράσεων, η «συμβολή» τους στην πτώση του επιπέδου του δημόσιου λόγου, πάει να πει στη διάχυση της έκφρασης και στη διασπορά ρηχών ιδεολογημάτων, είναι νομίζω προφανής.
– Τι σημαίνει τελικά μετάφραση για σας;
Η μετάφραση είναι πράξη βίας. Όταν μεταφράζω αποσπώ κάτι ζωντανό από το φυσικό του οικοσύστημα και το μεταφυτεύω, το μετεγκαθιστώ σε ένα άλλο, ξένο. Τώρα, για τις συνέπειες, δεν μπορώ ποτέ να είμαι βέβαιος. Ίσως ο νεοφερμένος να μην αντέξει και να παρέλθει χωρίς να αφήσει πίσω του αξιόλογα ίχνη. Ίσως πάλι να ενταχθεί ομαλά, να πλουτίσει το νέο του «λογοσύστημα», να ενισχύσει τους νέους του συνοίκους. Ενδέχεται όμως και να θεριέψει και να παραγκωνίσει την ιθαγενή χλωρίδα και πανίδα, να την εξαλείψει ακόμη. Στην ιστορία παρατηρούμε τέτοια φαινόμενα διαρκώς. Ανέκαθεν, από την μετανάστευση ώς το εμπόριο οι μαζικές μετακινήσεις προσώπων, πραγμάτων και ιδεών γεννούν και φονεύουν: γλώσσες, λαούς, παραδόσεις, πολιτισμούς. Η μετάφραση έχει ομοιότητες και με το πήγαιν’-έλα της μετανάστευσης και με το πάρε-δώσε του εμπορίου. Και όπως αυτά, είναι βίαιη υπόθεση.