∼ Απομαγνητοφωνημένο κείμενο ∼

Μια φορά και έναν καιρό, ο δυνατός Βοριάς άρχισε να προκαλεί τον Ήλιο. «Είμαι πιο δυνατός από εσένα» του έλεγε. «Είμαι ο καλύτερος!».
Ο Ήλιος άκουγε αλλά δεν έδινε σημασία. Μια μέρα όμως, που ο Βοριάς είδε στη Γη έναν βοσκό που φορούσε μία κάπα και φώναξε στον Ήλιο «Έλα αν τολμάς, έλα να κάνουμε έναν αγώνα ποιός μπορεί να βγάλει την κάπα του βοσκού», ο Ήλιος αποφάσισε να του κάνει το χατίρι.
Ξεκίνησε πρώτος ο Βοριάς, που άρχισε να φυσάει δυνατά. Φυσούσε παγωμένος και ο καημένος ο βοσκός ξάπλωσε στο έδαφος και προσπαθούσε να τυλιχτεί ακόμα πιο σφιχτά με την κάπα του για να μην κρυώνει. Όσο ο βοσκός τύλιγε την κάπα του, τόσο πιο πολύ θύμωνε ο Βοριάς. Φυσούσε και ξερίζωνε δέντρα και έριχνε τις στέγες των σπιτιών, αλλά ο βοσκός, φοβισμένος και παγωμένος, κρατούσε την κάπα του με δύναμη και δεν την άφηνε. Φύσηξε, φύσηξε ο Βοριάς, στο τέλος κουράστηκε και δεν άντεχε άλλο.
«Σειρά σου τώρα», είπε στον ήλιο, «εγώ δεν τα κατάφερα». Ο Ήλιος τότε ήρεμος, άρχισε σιγά σιγά να στέλνει τη ζέστη του. Με ευγένεια, υπομονή και ζεστά χάδια, προσπαθούσε να βγάλει την κάπα του βοσκού. Σιγά, σιγά η ζέστη του Ήλιου τον αγκάλιασε και ο βοσκός, χαρούμενος που γλίτωσε από το κρύο και τον άνεμο, έβγαλε την κάπα του για να απολαύσει τη λιακάδα. «Νίκησες», είπε ο βοριάς στον ήλιο. «Είσαι καλύτερος». «Κανείς μας δεν είναι καλύτερος» απάντησε ο ήλιος. «Απλά, όταν θέλεις κάτι μπορείς να το ζητάς με το καλό και όχι με αγριάδα και θυμό».