ΜEΡΟΣ Α΄: Ποίηση: λεξικογραφικοί ορισμοί
*αντιποιητικός, 3. (αντίθ. του εν τη ποιήσει ποιητικού). Γερμ. unpoëtisch. Κ. Παλαμάς εν «Εφημερίδι» 9 Ιαν. 1892 και εν Εστία εικονογραφημένη 22 Ιαν. 1895. – Εν τοις λεξικοίς της αρχαίας γλώσσης η λέξις δεν έχει ταύτην την σημασίαν.
Ο Κουμανούδης, βαθύς γνώστης του αρχαίου λόγου, ερμηνεύει το νεολογισμό αυτό με βάση τις αρχαίες σημασίες του επιθέτου ποιητικός, διαφορετικά θα του καταλόγιζε κανείς αδίκως περιττολογία στην έκφραση «το ποιητικό στην ποίηση». Στην αρχαιοελληνική γλώσσα ποιητικός σημαίνει πρωτίστως «δημιουργικός, παραγωγικός» και δευτερευόντως «ο σχετικός με την ποίηση» (στον Ισοκράτη). Χωρίς να το δηλώνει σε κανένα λήμμα του λεξικού του, ο ρηξικέλευθος λεξικογράφος καταγράφει και σημασιολογικούς νεολογισμούς, με την έννοια ότι τονίζει την ύπαρξη της λέξης σε αρχαία κείμενα με διαφορετική σημασία.
Η κατανόηση του επιθέτου αντιποιητικός προϋποθέτει την πλήρη ερμηνεία του επιθέτου ποιητικός, στην ουσία όμως την αποσαφήνιση της έννοιας της ποίησης.
Ποίηση: το ανέφικτο επακριβούς ορισμού της
Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολικό, αν κάποιος ισχυριζόταν ότι υπάρχουν τόσοι ορισμοί της ποίησης όσοι είναι και οι ποιητές. Η άποψη αυτή ενισχύεται από την απλή ανάγνωση ενός εξαιρετικού βιβλίου του Γεράσιμου Ζώρα. Ο πραγματικός ορισμός της ποίησης είναι ανέφικτος, μάλλον ανύπαρκτος, η ποίηση όμως είναι υπαρκτή και πρέπει να μπαίνει στη ζωή όλων των ανθρώπων ως ζωοποιός δύναμη που εξισορροπεί την πεζή και άχαρη καθημερινότητα.
Ο λεξικογράφος οφείλει, παρ’ όλα αυτά, να αποτολμήσει να δώσει ένα σύντομο ενδεικτικό ορισμό της ποίησης.
Το λεξικό της Πρωίας (1933), ένα από τα καλύτερα και πρωτοπόρα λεξικά της Νεοελληνικής, απ’ όπου αντλούσαν στοιχεία τα περισσότερα λεξικά, καταγράφει λήμμα ποίησις και ποίηση με τις σημασίες: «κατασκευή, κοινώς φκιάξιμο: (εκκλ.) ‘ποίησις του κόσμου’ || ‘η τέχνη της συνθέσεως λογοτεχνικών έργων εις στίχους (κατ’ αντιδιαστολήν προς την πεζογραφίαν ή τον πεζόν λόγον) ως και αυτά ταύτα τα ποιητικά δημιουργήματα: ‘λυρική-επική-δραματική ποίησις, αι ποιήσεις του Παπαρρηγοπούλου’».
Το λεξικό Δημητράκου (1936-1950) ακολουθεί κατά πόδας το παραπάνω λήμμα. Η λογοτεχνική έννοια αποδίδεται με ελαφρά παράφραση: «η τέχνη της συνθέσεως εμμέτρων έργων λόγου (κατ’ αντιδιαστολήν προς τον πεζόν λόγον)». Ακόμα και το άκαιρο παράδειγμα «αι ποιήσεις του Παπαρρηγοπούλου» παρέμεινε το ίδιο, σαν να μην υπήρχε άλλος άξιος μνείας ποιητής.
Το Μείζον λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη αντιγράφει την Πρωία με μόνη «καινοτομία» την προσαρμογή δυο λέξεων στη δημοτική: «η τέχνη της σύνθεσης λογοτεχνικών έργων σε στίχους».
Το λεξικό του Ιδρύματος Μ. Τριανταφυλλίδη συστηματοποιεί πρώτο τις σημασίες της λέξης: «1α. η τέχνη της σύνθεσης, της δημιουργίας λογοτεχνικών έργων σε στίχους (σε αντιδιαστολή προς την πεζογραφία, τον πεζό λόγο). β. το ποιητικό δημιούργημα, το ποίημα. 2. τα διάφορα ποιητικά είδη, τεχνοτροπίες κτλ. 3. το σύνολο της ποιητικής δημιουργίας, των ποιητικών έργων μιας περιόδου, ενός ποιητή, ενός έθνους κτλ. 4. η αισθητική και συναισθηματική αξία, διάθεση, η μαγεία».
Το λεξικό Μπαμπινιώτη δεν διαφοροποιείται αισθητά ως προς την καταγραφή των σημασιών, ενώ παραμένει στο οικείο λήμμα ανερμήνευτη η ποιητικότητα: «1. η τέχνη της δημιουργίας ποιημάτων· η παραγωγή ποιητικού λόγου (κατ’ αντιδιαστολή προς τον πεζό λόγο· η τέχνη και η τεχνική της δημιουργίας τού κόσμου του ποιητικού κειμένου, κάθε μορφή έντεχνου λόγου που διαθέτει το στοιχείο της ποιητικότητας, μιας διαφορετικής σύλληψης και έκφρασης τής πραγματικότητας. 2. το σύνολο των ποιητικών έργων, της ποιητικής παραγωγής (ενός καλλιτέχνη, μιας εποχής, ενός κινήματος). 3. (μτφ.-εκφρ.) ότιδήποτε φέρει αρετές που συχνά αποδίδονται στην ποίηση (σημ. 1), όπως η αρμονία, η ομορφιά, η φαντασία».
Το Χρηστικό λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών συμπυκνώνει την ουσία του όρου σε δύο σημασίες: «1. ΛΟΓΟΤ. έντεχνος λόγος που αξιοποιεί στον μέγιστο βαθμό τη συγκινησιακή λειτουργία της γλώσσας και χαρακτηρίζεται, κατά κανόνα, από πυκνότητα, ευρηματική εικονοποιία και εσωτερικό ρυθμό· συνεκδ. ποιήματα, ποιητικά έργα. 2. (μτφ.) οτιδήποτε προσφέρει αισθητική ή γευστική απόλαυση». Πρώτη φορά καταγράφονται και ερμηνεύονται οι σταθερές λεξικές συνάψεις ηλεκτρονική, οπτική και συγκεκριμένη ποίηση. Το ΧρΛεξ εμπερικλείει στον ορισμό τη διάσημη ρήση του I. A. Richards (1893-1979), την οποία αποδέχεται και ο Γιώργος Σεφέρης: «η ποίηση είναι η υπέρτατη μορφή της συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας».
Τα περισσότερα ξενόγλωσσα λεξικά κινούνται στο παραδοσιακό πλαίσιο ορισμού της ποίησης, με έμφαση στην πρωτοτυπική της σημασία που συνδέεται στενά με τη στιχουργία, η οποία και τη διαφοροποιεί από την πεζογραφία. Οι λέξεις-κλειδιά που χρησιμοποιούνται για την αποσαφήνιση της ποίησης, ως τέχνης και ως τεχνικής, είναι: στίχος, ρυθμός, μελωδία, ηχόχρωμα, αρμονία, εικόνες, φαντασία, αίσθημα, συναίσθημα, συγκίνηση. Ευκαιριακά αναφέρεται η προσεκτική επιλογή των λέξεων. Το κατ’ εξοχήν γνώρισμα της πεζογραφίας, στη γενικευτική της μορφή, είναι η απουσία μετρικής δομής (metrical structure).
Στη γερμανική λεξικογραφική παράδοση η ποίηση ορίζεται γενικά ως γλωσσικό έργο τέχνης με τρία κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα: συναισθηματικότητα, βιωματικότητα, εκφραστικότητα. Οι Γάλλοι, αντίθετα, στους σχετικούς ορισμούς επιμένουν πιο πολύ στην τριαδική σχέση: ρυθμός, αρμονία, εικονοποιία.
Το περίφημο American Heritage Dictionary of the English Language τόλμησε να καταγράψει με τον πιο σαφή τρόπο αυτό που επί αιώνες είναι γνωστό, ότι δηλαδή τα όρια ανάμεσα στην ποίηση και σε ορισμένα είδη πεζογραφίας, όχι μόνο είναι ρευστά και δυσδιάκριτα, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις ταυτίζονται. Το λεξικό αυτό πρόσθεσε στο λήμμα poetry 4η σημασία, την ακόλουθη: «πεζός λόγος που μοιάζει κατά κάποιο τρόπο με ποίημα, σε ό,τι αφορά, λ. χ., τη ζωντανή εικονοποιία ή τη ρυθμικότητα». Η σημασία αυτή θέτει στο περιθώριο τη μόνιμη εστία αντιπαράθεσης της ποίησης σε σχέση με την πεζογραφία και τη σαφή οριοθέτησή τους. Οι όροι ποιητική πρόζα, πεζόμορφη ποίηση και πεζοτράγουδο αποτυπώνουν ένα μέρος αυτής της πραγματικότητας.
Περιοδικό Χάρτης, τχ. 21, Σεπτέμβριος 2020
ΜEΡΟΣ Β΄: Ποίηση: Ποιητική αδεία – Κωνσταντίνος Καβάφης
Ποιητικός - ποιητική αδεία
Το επίθετο ποιητικός παρουσιάζει δύο βασικές σημασίες: 1. που σχετίζεται με την ποίηση. 2. που χαρακτηρίζεται από ρομαντισμό, λυρισμό και υψηλή αισθητική, ταυτίζεται δηλαδή με κάτι το μαγικό, το ονειρικό. Η δεύτερη αυτή σημασία αντανακλά τη γενικότερη αντίληψη της «υπεροχής» της ποίησης έναντι της πεζογραφίας, όπως δείχνει η παγιωμένη σημασία του επιθέτου πεζός «μονότονος, κοινότοπος, τετριμμένος». Η «πεζή καθημερινότητα» είναι αδιαμφισβήτητη για τους πολλούς. Η «ποιητική καθημερινότητα» αποτελεί προνόμιο σπάνιων ανθρώπων, ποιητών, εικαστικών καλλιτεχνών και μουσικών.
Η έκφραση ποιητική αδεία (σε δοτική πτώση, «με την ελευθερία που παρέχεται στον ποιητικό λόγο ή στον ποιητή») έχει μακρά ιστορία.
Η πρώτη γνωστή μαρτυρία ανάγεται στον Σενέκα (4 π.Χ. -65 μ. Χ., Naturales quaestiones (Φυσικά προβλήματα) ΙΙ, 44, 1: Poeticam istud licentiam decet, κάτι τέτοιο ταιριάζει στην ποιητική ελευθερία) με αφορμή κριτική που ασκεί στο Οβίδιο ο οποίος χαρακτηρίζει «ήπιους» τους ισχυρούς και βροντώδεις κεραυνούς του Δία. Στην ουσία δεν πρόκειται για «ελευθερία», αλλά για «αυθαιρεσία». Στον Κικέρωνα η licentia αναφέρεται στη ρητορική ή ποιητική ελευθεροστομία και στον Οράτιο στην ανάρμοστη συμπεριφορά, την ακολασία. Ο Λουκιανός, Διάλογος πρὸς Ἡσίοδον, 5 κάνει λόγο για ελευθερία στην ποιητική δημιουργία: τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἐν τῷ ποιεῖν ἐξουσίαν.[2] Η ανοχή ίσχυε κυρίως για την ομοιοκαταληξία, η οποία δεν ήταν πάντα εφικτή. (Αριστοτέλης, Ποιητική, 1458a 34 κ. ε.). Στο πλαίσιο του ρητορικού κανόνα της πειθούς (consuetudo «έθος, συνήθεια») κριτήριο της απόκλισης ήταν η γλώσσα των μορφωμένων.
Η ελευθερία του ποιητικού λόγου περιλαμβάνει όλα τα επίπεδα ανάλυσης της γλώσσας. Πρόκειται για τα ακόλουθα είδη λαθών: 1. γραμματικά: φωνολογία, μορφολογία, σύνταξη. 2. λεξιλογικά και σημασιολογικά: νεολογισμοί, τολμηρές μεταφορικές εκφράσεις. 3. πραγματολογικά: Αποκλίσεις από την αντικειμενική πραγματικότητα, τη λογική και την καθημερινή εμπειρία. Οι ιστορικοί αναχρονισμοί στη λογοτεχνία ενισχύουν τους στόχους της μυθοπλασίας. 4. Παράβαση ηθικών, πολιτικών ιδεολογικών και θρησκευτικών κανόνων. 5. Στο επίπεδο της λογοτεχνικής μορφής: παραβίαση ενδολογοτεχνικών κανόνων, λ.χ. του μέτρου. Προϋπόθεση αναγνώρισης της ποιητικής ελευθερίας είναι ότι τα λάθη αυτά γίνονται συνειδητά για συγκεκριμένους λόγους, π.χ., αισθητικούς ή συναισθηματικούς.
Περιοδικό Χάρτης, τχ. 22, Οκτώβριος 2020