Ο όρος μεταμοντερνισμός συχνά χρησιμοποιείται για τη λογοτεχνία
και την τέχνη μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο (1939-1945), όταν
πλέον στις οδυνηρές συνέπειες που επέφερε ο Α΄ Παγκόσμιος
πόλεμος στο ηθικό του δυτικού κόσμου είχαν προστεθεί η εμπειρία
του ναζιστικού ολοκληρωτισμού και της μαζικής εξόντωσης, η
απειλή του καθολικού ολέθρου από την ατομική βόμβα, η
προοδευτική καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και το δυσοίωνο
δεδομένο του υπερπληθυσμού. Ο μεταμοντερνισμός δεν επιχείρησε
απλώς να συνεχίσει —ενίοτε σε ακραίο βαθμό— τους πειραματισμούς
του μοντερνισμού εναντίον της παράδοσης, αλλά και να αποκηρύξει
με διάφορους τρόπους τις μορφές του μοντερνισμού (που,
αναπόφευκτα, είχαν καταστεί με τη σειρά τους συμβατικές), καθώς
και να ανατρέψει τον ελιτισμό της μοντερνιστικής «υψηλής
τέχνης», υιοθετώντας πρότυπα «μαζικής κουλτούρας» από τον
κινηματογράφο, την τηλεόραση, τα κόμικς και τη λαϊκή μουσική.
Πολλά από τα έργα της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας —των Jorge Luis
Borges, Samuel Beckett, Vladimir Nabokov, Thomas Pynchon, Roland
Barthes και πολλών άλλων— αναμειγνύουν σε τέτοιο βαθμό τα
λογοτεχνικά είδη, τα πολιτισμικά και υφολογικά επίπεδα, το
σοβαρό και το παιγνιώδες, που είναι ανέφικτη μια παραδοσιακή
λογοτεχνική ταξινόμηση. Και αυτές οι λογοτεχνικές αποκλίσεις
έχουν το αντίστοιχό τους σε άλλες τέχνες, με φαινόμενα όπως η
ποπ αρτ, η οπ αρτ, οι μουσικές συνθέσεις του John Cage, οι
ταινίες του Jean-Luc Godard και άλλων σκηνοθετών.
Στόχος ορισμένων μεταμοντερνιστικών κειμένων —ιδίως του Samuel
Beckett και άλλων συγγραφέων της λογοτεχνίας του παραλόγου—
είναι να καταλύσουν τα θεμέλια των παραδεδεγμένων τρόπων σκέψης
και εμπειρίας, έτσι ώστε να αποκαλυφθεί η α-νοησία της ύπαρξης
και η υποκείμενη «άβυσσος» ή το «κενό» ή το τίποτα, επί του
οποίου κάθε υποτιθέμενη βεβαιότητα βρίσκεται σε επισφαλή
μετεωρισμό. […]
M.H. Abrams, Λεξικό λογοτεχνικών όρων, Μτφρ.: Γιάννα Δεληβοριά - Σοφία Χατζηιωαννίδου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005, 274-275