Καφέ αμάν

Κατά τον Τούρκο μουσικολόγο Mahmut R. Gazimihal, ο όρος καφέ αμάν είναι τσιγγάνικη παραποίηση στον τούρκικο όρο mani kahvesi, που χαρακτήριζε όσα καφενεία διέθεταν 2 ή 3 τραγουδιστές που αυτοσχεδίαζαν στίχους (λεγόμενους mani).

Η λέξη μανές (αμανές) ίσως να παράγεται, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο του Γεωργίου Φαιδρού περί του σμυρναϊκού μανέ, εκ του «μανέρως» κατά συγκοπήν της συλλαβής «ρω». Ο «μανέρως» ήταν θλιβερός ήχος ή μάλλον ερωτική θρηνωδία λεγόμενος και ολοφυρμός ή Λιναίος θρήνος. Ίσως να έχει σχέση με το επιφώνημα αμάν.

 

Στην Θεσσαλονίκη

Όπως γράφει ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή (1668) στα καπηλειά της Εγνατίας και του Βαρδάρη, Τούρκοι, Ρωμιοί, Αρβανίτες, Βλάχοι και ξένοι ναυτικοί ξαπλωμένοι ραχατλίδικα στους καναπέδες ρουφούσαν τους ναργιλέδες κι άκουγαν τους αμανετήδες να λένε τα τραγούδια τους με συνοδεία ούτι και μπαγλαμά. Μόνο στην περιοχή του Βαρδάρη υπήρχαν περίπου 348 καφενεία. Στα 1669 με σουλτανικό διάταγμα έκλεισαν όλα τα καφενεία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Αυτά τα καφενεία σιγά σιγά απέκτησαν σκηνή και το πρόγραμμά τους εμπλουτίστηκε με χορό.

Στην Θεσσαλονίκη καφέ αμάν λειτουργούσαν ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα. Για συγκεκριμένα καφέ αμάν δεν έχουμε δυστυχώς πληροφορίες. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή αρχίζει η εξαφάνιση των καφέ αμάν. Στα μαγαζιά τώρα εμφανίζονται κομπανίες. Έτσι δημιουργούνται τα καφενεία του τύπου «Χρυσούν απίδιον» (η Ρόζα Εσκενάζη εμφανίστηκε εκεί στα 1934) και το «Σμυρναϊκόν κέντρον».

 

Στην Αθήνα

Στην Αθήνα το πρώτο λειτούργησε το 1873, στην Ιερά Οδό. Το συγκρότημα χρησιμοποιεί βιολιά και από τους τακτικότερους πελάτες είναι ιεροψάλτες οι οποίοι συχνάζουν εκεί «δια να μανθάνωσι τους ήχους και τας αναβάσεις και καταβασίας των αμανέδων και λοιπών τραγουδιών». Εφημερίδα «Αλήθεια» 3-07-1873. Χρησιμοποιείται όμως ο όρος «καφέ σαντούρ» (ωδικά καφενεία ανατολικής μουσικής). Συναντάμε τον όρο «καφέ αμάν» μόνο μετά το 1886. Το 1871 λειτούργησε το πρώτο «καφέ σαντάν» με γερμανίδες χορεύτριες, στο Άντρον Νυμφών, στις όχθες του Ιλισού οι οποίες με όπλο τα γυναικεία θέλγητρα προσελκύουν ανέλπιστα πλήθη πιστών στην ευρωπαϊκή μουσική, μια εύπεπτη εκδοχή της οποίας προσφέρουν τα ζωηρά τραγουδάκια τους.

Το 1874 επαναλαμβάνεται το πείραμα του 1873 με ακόμη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία. Το συγκρότημα προέρχεται από την Σμύρνη και αποτελείται από δύο τραγουδιστές (Βασίλειος Κονταξής και Αναστάσιος Βελέντζας) δύο βιολιστές (Παναγός Βογιατζής και Κοκόλης Σιλάλης), έναν λαουτιέρη (Δημήτριος Βογιατζής) και έναν σαντουριέρη (Κυριάκος Τσορβάς. Από άρθρο της εφημερίδας «Εφημερίς» 17-07-1874.

Τα επόμενα δώδεκα χρόνια (1874-1886) τα σαντούρια εισβάλλουν σταδιακά σε χώρους ψυχαγωγίας που βρίσκονταν πλησιέστερα το κέντρο. Μέχρι το 1886, που σημειώνεται η μεγάλη έκρηξη του αμανέ στην Αθήνα και εγκαινιάζεται η δεκάχρονη περίπου περίοδος της απόλυτης κυριαρχίας του, δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, αν οι επισκέψεις των ανατολίτικων συγκροτημάτων γίνονται σε μόνιμη ετήσια βάση.

Το 1883 στο αριστοκρατικότερο θέατρο της πρωτεύουσας, το θέατρο του Φαλήρου, εμφανίζεται ένας αρμένικος λυρικός θίασος. Δίπλα σε πασίγνωστες και αξιοπρεπέστατα παιγμένες γαλλικές οπερέτες, παρουσίαζαν και κάποια αρμένικα έργα, σαν τον Λαπλεπιτζή Χορ-Χορ Αγά του Αρμένιου συνθέτη Ντικράν Τσουχατζιάν, τον Αρίφ και τους Ζεϊμπέκους. Στους Ζεϊμπέκους παρουσίαζαν μάλιστα επί σκηνής σαντούρια, ντέφια και άλλα μη ευρωπαϊκά λαϊκά όργανα. Οι μελωδίες του Λαπλεπιτζή Χορ-Χορ Αγά συνδυασμένες με ελληνικούς στίχους εισβάλλουν την Αποκριά του 1886 στα αριστοκρατικά σαλόνια. Ο πολύ γνωστός «Καϊξής» του Απόστολου Χατζηχρήστου αναπλάθει και επεξεργάζεται ένα θέμα από τις μελωδίες του.

Το 1886 η Αθήνα έχει κατακλυστεί από καφέ αμάν. Δύο εξέχουσες φυσιογνωμίες είναι η Πολίτισσα Φωτεινή (Φωτεινή Κονδυλάκη) και η Σμυρνιά Κιόρ Κατίνα. Η Φωτεινή Κονδυλάκη, ή χανεντέ Φώτω, πλαισιωμένη από τον Πελοποννήσιο βιολιτζή Δημήτριο Ρόμπο, από ένα σαντούρι, ένα λαούτο και ένα κλαρίνο. Το τουρκόφωνο τραγούδι της «Μέμο» τραγουδήθηκε με πάθος.

 

Αμάν Μέμο!

Κουζούμ Μέμο!

Γιαβρούμ Μέμο!

Σεκέρ Μέμο!

Εβλιάτ Μέμο!

 

Το τραγούδι αυτό ηχογραφήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1912 από τη Ρόζα τη «βασίλισσα».

Τον ίδιο καιρό έκανε την εμφάνιση του και ένα άλλο, γειτονικό στην Ομόνοια, κέντρο του ανατολίτικου τραγουδιού, το Περιβολάκι της πλατείας Γερανίου, που έμελλε να καθιερωθεί σαν το σημαντικότερο αθηναϊκό λημέρι των καλλιτεχνών του καφέ αμάν. Στο Περιβολάκι τραγουδούσε η Ελένη η «λιγύμολπος και καϊμακοπαχουλή» από το Κιρκά Αγάτς της μακρινής Μαγνησίας, πλαισιωμένη από το «πρώτο βιολί της Ανατολής», τον περίφημο Γιοβανίκα της Σμύρνης. Μέσα Ιουλίου εγκαταλείπουν η Ελένη και ο Γιοβανίκας και τη θέση τους καταλαμβάνει το λαμπρότερο αστέρι του ανατολικομεσογειακού καφέ αμάν, η Σμυρνιά χανεντέ Κατίγκω ή Κιόρ Κατίνα. Η Κιόρ Κατίνα ήταν διεθνώς καταξιωμένη και η παρουσία της υψώνει κατακόρυφα την ποιότητα του καφέ αμάν (ακόμη και στη συνείδηση των αστών).

Πρέπει να παρατηρήσουμε πως οι γυναικείες μορφές είναι περισσότερες από τις αντρικές. Αξίζει να αναφερθεί η περίπτωση της Ευθαλίας Δημητρίου, η οποία θαμπώνει με τους αισθησιακούς της χορούς. Οι γυναίκες αυτές κατάγονται κυρίως από τη Σμύρνη και την Πόλη. Υπάρχουν όμως και Τουρκάλες, Αρμένισσες και Εβραίες.

Τα αντρικά ονόματα που μνημονεύονται σε συνάρτηση με το τραγούδι είναι πολύ λίγα, Εκτός των Κονταξή και του Βελέντζα μας παραδίδονται και τα ονόματα των σμυρναίων Κοκκινάκη και Οβανέζη, του εβραίου Δαβίδ και του σουλιώτη Βούρκου.

Οι άντρες διακρίνονται ως οργανοπαίκτες κυρίως και μπορούν να αναδειχτούν σε αστέρες του καφέ αμάν μόνο όταν κατέχουν τη θέση του πρώτου βιολιστή. Στην κατηγορία αυτή ανήκει ο Σμυρνιός Γιοβανίκας, ο Πανανος Βογιατζής και ο Δημήτριος Ρόμπος. Άλλοι γνωστοί είναι οι: Ζαράκης, Παπαναστασίου, Παπούτσας, Ζορμπανάκης, και ο Ρουμάνος Μοντρογκάντι. Από τα υπόλοιπα όργανα ξεχωρίζουν: σαντούρι :Κυριάκος Τσορβάς, Γεωργής Ρόμπος, Λάμπης, Χιώτης. Λαουτέρηδες: Βογιατζής Δημ. Μουραμπάς Αριστοτέλης. Ο μόνος παίκτης κλαρίνου, του οποίου το όνομα διασώθηκε, είναι ο Παντελής Γκούμας Το μπουζούκι αναφέρεται μόνο σε δύο περιπτώσεις.

 

Το ρεπερτόριο των καφέ αμάν.

Πέρα από τα τούρκικα και αράβικα (αμανέδες, σαρκιά, γιαρέδες (αργά παθητικά τραγούδια), σαμπαϊ, ελφαζιέ(τραγούδια εσωτερικού άλγους) κ.λπ.), εκτελεσμένα σε ελληνική, τουρκική, αρμένικη και αραβική γλώσσα, τα προγράμματα τους προσέφεραν πλήθος ελληνικά δημοτικά τραγούδια (γιαννιώτικα, κλέφτικα, μοραΐτικα κ.α.), λαϊκά των αστικών κέντρων της Ανατολής (Σμύρνη, Πόλη), αρβανίτικα (γκέκικα), ρουμάνικα (βλάχικα), βουλγάρικα και αιγυπτιακά.

 

Η ατμόσφαιρα στα καφέ αμάν

Την ατμόσφαιρα στην πρώτη περίοδο μας την παρουσιάζουν σαν ένα είδος ησυχαστηρίου. Το κοινό αποτελούνταν από φιλήσυχο κόσμο νωχελών νοικοκυραίων με τις ρεμβώδεις οικοδέσποινες κι θυγατέρες τους, καθώς επίσης και από υπαξιωματικούς «γενναίους και ιππότας». Από το 1886 όμως αλλάζουν τα πράγματα. Τα καφέ αμάν ανοίγουν στην προκυμαία του Πειραιά, στην αγορά τροφίμων της Αθήνας και σε άλλα σημεία όπου το κοινό δεν μπορούσε να είναι «οικογενειακό». Το κοινό τώρα αποτελείται από ναύτες, εργάτες, εμποροϋπάλληλους και αμαξάδες. Η παρουσία γυναικών δεν μνημονεύεται. Λίγο αργότερα το κοινό χαρακτηρίζεται κουτσαβάκικο. Μια εξήγηση για αυτή την αντιφατική εικόνα του καφέ αμάν είναι η εξής: τα καφέ αμάν διαδόθηκαν ευρύτατα. Η διάδοση τους είναι τόσο μεγάλη που ακόμη και τα καφέ σαντάν συμπληρώνουν το δυναμικό τους με ανατολίτες καλλιτέχνες, οι πρωταγωνίστριες της λαϊκής Παντομίμας αρχίζουν στα διαλείμματα να τραγουδούν και να χορεύουν ελληνικούς και αράπικους ρυθμούς, τα θέατρα για μικρό χρονικό διάστημα εξοπλίζονται με τραγουδιστές και οργανοπαίκτες ανατολικού ιδιώματος, ενώ ο Φασουλής και ο Καραγκιόζης κάνουν το ίδιο. Είναι λοιπόν φυσικό να δημιουργήθηκαν καφέ αμάν με διαφορετικής προέλευσης κοινό.

 

Η παρακμή των καφέ αμάν

Η παρακμή των καφέ αμάν αρχίζει στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1890. Ένα από τα σημαντικότερα στέκια του στο κέντρο της Αθήνας, εκείνο στην πλατεία του σιδηροδρομικού σταθμού, πέφτει μετά το 1891 σε πλήρη αφάνεια. Το Γεράνι θα κλείσει πριν από τον πόλεμο του 1897. Τα καφέ αμάν αρχίζουν να υποχωρούν και πάλι στις εξοχικές παρυφές, απ’ όπου ξεκίνησαν. Τα «μελίφθογγα» σαντούρια του παρελθόντος τώρα αποκαλούνται «ανηλεή σαντούρια». Όταν έρχονται μεγάλα συγκροτήματα Εβραίων, Αράβων, Αρμένηδων αντιμετωπίζονται ως εξωτικά θεάματα. Η καθοδική πορεία του καφέ αμάν συμπίπτει με τη ραγδαία άνοδο μιας άλλης εγχώριας ανατολίτικης λαϊκής τέχνης, εκείνης του Θεάτρου Σκιών. Το 1891 εμφανίζονται οι πρώτοι μπερντέδες στον Σταθμό Αττικής. Στην πρώτη δεκαετία του 20ου τα σαντούρια και ο αμανές φυτοζωούν. Από το 1907 αρχίζει η ακμή της επιθεώρησης. Το 1911 στην εφημερίδα «Αθήναι» αρχίζει μια σειρά από συνεντεύξεις, γύρω από το ζήτημα του εξευρωπαϊσμού των μουσικών προτιμήσεων των λαϊκών μαζών. Ακούγονται διάφορες απόψεις των, Σακελλαρίδη, Ρόδιου, Πετσάλη, Κόκκινου. Κοινή διαπίστωση παραμένει ότι ο αμανές είναι νεκρός. Ο επικήδειος του καφέ αμάν θα πάρει λυρικότερο τόνο το 1912, όταν θα κυκλοφορήσει η ποιητική συλλογή του Κωστή Παλαμά «οι καημοί της λιμνοθάλασσας». Στο ποίημα του «Ανατολή» ο ποιητής θυμάται με νοσταλγία τα νεανικά του χρόνια στο Μεσολόγγι.

Βέβαια καφέ αμάν συνεχίζουν να υπάρχουν. Κλείνουν όμως ένα μετά το άλλο. Το 1926-1927 έκλεισαν τα καφέ αμάν του Ντουρντή και του Γώγου.

Το 1934 στα "Αθηναϊκά Νέα", άνοιξε συζήτηση για την ανατολική μουσική, το θέμα ήταν αν πρέπει να απαγορευτεί, όπως έγινε και στην Τουρκία.

Το τελευταίο καφέ αμάν έκλεισε το 1947. Ήταν η «Χαβάνα» στην οδό Λυκούργου.

 

Εφημερίδες και περιοδικά

Με την εμφάνιση των καφέ αμάν οι εφημερίδες διχάζονται σε υποστηριχτές της ευρωπαϊκής μουσικής (εφημερίδα «Εφημερίς») και σε υποστηριχτές της ανατολικής μουσικής (εφημερίδες «Εθνοφύλαξ», «Αυγή», «Στοά», «Αιών», «Νέα Εφημερίς») . Από τις στήλες τους αρχίζει μια μακροχρόνια αντιδικία. Η αντιδικία αυτή επεκτείνεται και στο ζήτημα εξευρωπαϊσμού της εκκλησιαστικής μουσικής και της εισαγωγής της τετραφωνίας στους Χορούς των ψαλτών.

Στην δεκαετία του 1880 ο Νικόλαος Πολίτης και ο ευρύτερος καλλιτεχνικός του κύκλος, αντιμετωπίζουν με θετική διάθεση την ανατολική μουσική παράδοση της χώρας. Το περιοδικό «Εστία», του Άγγελου Βλάχου, είναι το βήμα των ιδεών τους. Άλλα περιοδικά που τάσσονται υπέρ της ανατολικής μουσικής είναι ο «Ραμπαγάς» του Βλάση Γαβριηλίδη και το «Μη χάνεσαι» του Κλεάνθη Τριαντάφυλλου. Επίσης, ο Κωστής Παλαμάς ο οποίος επισκεπτόμενος το Μεσολόγγι τον Ιούλιο του 1882, είχε γοητευτεί από τη γιαννιώτισσα κυρία Κούλα. Εικάζεται ότι ο Παλαμάς την άκουγε κρυμμένος πίσω από ένα δέντρο. Μερικές δεκαετίες αργότερα γράφει όμως ο Παλαμάς: «Γιαννιώτικα, Σμυρνιώτικα, Πολίτικα, μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα.......». Χωρίς αναστολές ο νεαρός Γεώργιος Δροσίνης, μέσα από τις σελίδες της «Εστίας» διακηρύσσει τις μουσικές του προτιμήσεις (υπέρ των ανατολικών μελωδιών), ύστερα από μια συνάντηση με Σμυρναίους καλλιτέχνες σε καφενείο της Τήνου.

 

Πηγή:

Για τα καφέ αμάν της Αθήνας: Χατζηπανταζής Θόδωρος, Της Ασιάτιδος μούσης ερασταί..., εκδόσεις Στιγμή

https://www.rebetiko.gr/h.php?&fancy=1&id=4 (απόσπασμα)

 

---===---

 

Καφέ-αμάν και καφέ-σαντάν: Αμανέδες και λογιοσύνη στην παλιά Αθήνα

140 χρόνια πριν από τη Μαρίνα Σάττι η Αθήνα είχε χωριστεί ξανά σε στρατόπεδα, ανάλογα με τις μουσικές της προτιμήσεις.

Στα τέλη του 19ου αι. η Αθήνα είχε χωριστεί σε δύο κυρίως μουσικά στρατόπεδα. Στους θαμώνες των καφέ-σαντάν, όπου ακουγόταν ευρωπαϊκή μουσική, και στους θαμώνες των καφέ-αμάν με την ανατολίτικη μουσική. To 1871 άνοιξε το πρώτο καφέ-σαντάν στην Αθήνα, στις όχθες του Ιλισού, και το 1873 το πρώτο καφέ-αμάν, στην Ιερά Οδό. 

Για 10 περίπου χρόνια η κυριαρχία των καφέ-αμάν ήταν απόλυτη, με πολλούς λόγιους της εποχής να καταφέρονται εναντίον του ρεπερτορίου των συγκεκριμένων μαγαζιών, στο οποίο δεν αναγνώριζαν τίποτα το ελληνικό. Προς το τέλος του αιώνα παρατηρείται η παρακμή τους, η εμφάνιση του θεάτρου σκιών και της αθηναϊκής επιθεώρησης.

Τα καφέ-αμάν αναπτύχθηκαν κυρίως στις συνοικίες της Αγίας Τριάδας στην Ιερά Οδό, στο Γεράνι και στην πλατεία Ελευθερίας. Από το εσωτερικό τους ακούγονταν κυρίως αμανέδες, μακρόσυρτες ανατολίτικες μουσικές, γεμάτες πικρία και θύμησες. Τραγουδούσαν σχεδόν αποκλειστικά γυναίκες, οι οποίες προέρχονταν κυρίως από τη Σμύρνη ή την Πόλη, υπήρχαν όμως και Τουρκάλες, Αρμένισσες, Εβραίες, αλλά και γηγενείς, από το Βατραχονήσι, τη Βάθεια ή άλλη φτωχοσυνοικία των Αθηνών. Οι άνδρες διακρίνονταν ως οργανοπαίκτες κυρίως. Επίσης, συγκροτήματα από τη Σμύρνη και άλλα μέρη της Ανατολής επισκέπτονταν τακτικά τα καφέ-αμάν της Αθήνας για πολυήμερες εμφανίσεις. Οι σερβιτόρες λέγεται ότι ήταν συχνά Ιταλίδες ή Κερκυραίες, ενώ από τους τακτικότερους πελάτες των καφέ-αμάν ήταν οι... ιεροψάλτες, οι οποίοι σύχναζαν εκεί «για να μανθάνωσι τους ήχους και τας αναβάσεις και καταβασίας των αμανέδων και λοιπών τραγουδιών», σύμφωνα με δημοσίευμα της 3ης Ιουλίου 1873 της εφημερίδας «Αλήθεια». Σύμφωνα με τον Θόδωρο Χατζηπαναγή και το βιβλίο του για τα καφέ-αμάν της Αθήνας, το 1886 η Αθήνα είχε κατακλυστεί από αυτά. Δύο εξέχουσες φυσιογνωμίες ήταν η Πολίτισσα Φωτεινή (Φωτεινή Κονδυλάκη) και η Σμυρνιά Κιορ Κατίνα. Η Φωτεινή Κονδυλάκη ή χανεντέ Φώτω ήταν πλαισιωμένη από τον Πελοποννήσιο βιολιτζή Δημήτριο Ρόμπο, από ένα σαντούρι, ένα λαούτο κι ένα κλαρίνο. Το τουρκόφωνο τραγούδι της «Μέμο» τραγουδήθηκε με πάθος: «Αμάν Μέμο! Κουζούμ Μέμο! Γιαβρούμ Μέμο! Σεκέρ Μέμο! Εβλιάτ Μέμο!». Ένα από τα πλέον γνωστά καφέ-αμάν ήταν το Περιβολάκι στην πλατεία Γερανίου. Πέρα από το τραγούδι, βασικό στοιχείο του προγράμματος ήταν οι χοροί που εκτελούσαν οι καλλιτέχνιδες και χαρακτηρίζονταν συλλήβδην «ανατολικοί».

Αντίθετα, οι τραγουδίστριες στα καφέ-σαντάν ήταν Γαλλίδες, Ιταλίδες, Ουγγαρέζες και Βιεννέζες. Πρόσφεραν χορό, ελαφριά τραγούδια κι ένα υποτυπώδες στοιχείο σατιρικού θεάτρου. Συνήθως η ατμόσφαιρα εκτροχιαζόταν και οδηγούσε σε σκανδαλώδη νούμερα. Το κοινό αποτελούνταν ως επί το πλείστον από άνδρες, κυρίως από τη μεσαία και ανώτερη τάξη. Ο δημοσιογράφος Θεόδωρος Βελλιανίτης σε δημοσίευμά του στην εφημερίδα «Εμπρός» (στο φύλλο της 12ης Ιανουαρίου 1927) εξηγεί έναν από τους λόγους της επιτυχίας τους: « Οι νέοι ετέρποντο ακροώμενοι τα γαλλικά και τα ιταλικά τραγούδια και κατεφλέγοντο θεώμενοι τας παχείας κνήμας των χορευτριών, αίτινες εις ωρισμένας στιγμάς ανύψουν τους πόδας τόσον υψηλά, ώστε επαρουσίαζον απόκρυφα θέλγητρα, τα οποία ο τότε συρμός τα απέκρυπτεν επιμελέστατα και η εμφάνισις των οποίων ηδύνατο να προκαλέση δημόσιον σκάνδαλον και την αστυνομικήν επέμβασιν [...]. Τα άθλια ήθη της εποχής εκείνης μόλις επέτρεπον εις τους ταλαιπώρους νεανίας να βλέπουν το άκρον γυναικείου υποδήματος». Το πιο ονομαστό καφέ-σαντάν της εποχής βρισκόταν στην πλατεία Λαυρίου, στη συμβολή 3ης Σεπτεμβρίου και Αβέρωφ, όπου εμφανιζόταν το μεγάλο αστέρι της εποχής, η Γαλλίδα αοιδός Ζαν δ' Αρά. Ένα άλλο, επίσης δημοφιλές, ήταν το Γκαιτέ, στις αρχές της σημερινής Εμμανουήλ Μπενάκη, το οποίο ανήκε στην κυρία «Παλούκαινα», μία από τις πρώτες «πατρόνες» των Αθηνών, η οποία χρέωνε είσοδο μία δραχμή, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο για την εποχή.

 

Αμανές

• Ο αμανές, όπως το έλεγαν οι Έλληνες, ή «μανές», κατά τους Τούρκους, ή «αμάνι», κατά τους Μικρασιάτες, ήταν το ημι-αυτοσχέδιο τραγούδι που χαρακτηριζόταν από τη διασπορά ανάμεσα στους στίχους μεγάλων μελισμάτων πάνω στη λέξη «αμάν» και που ως επί το πλείστον ήταν καταθλιπτικού περιεχομένου.

• Tα καφέ-αμάν έπαψαν να υφίστανται μετά από ειδική απαγορευτική διάταξη του καθεστώτος Μεταξά το 1937, με την οποία απαγορεύτηκαν και οι αμανέδες σε δημόσιους χώρους σε όλη την ελληνική επικράτεια θεωρούμενοι (εσφαλμένα) καθαρά τουρκικό είδος.

 

Άρθρο του Δημήτρη Κυριαζή στη LIFO, 31.5.2017

 

https://www.lifo.gr/now/athens/kafe-aman-kai-kafe-santan-amanedes-kai-logiosyni-stin-palia-athina