Στην άκρη του γιαλού ξανθή κάθεται κόρη
Κι ωρηόπλουμο λευκό χρυσοκεντάει μαντήλι,
Μαντήλι του γαμπρού, του γάμου της κανίσκι∙
Την θάλασσα κεντάει με τα νησιά της όλα,
Κεντάει τον ουρανό με τα λαμπρά του αστέρια,
Την γη με τα πολλά και με τα ωραία λουλούδια,
Κεντάει κ' ένα βουνό, ψηλό ψηλό και μέγα∙
Το χάραμμα γλυκά προβάλλει στην κορφή του
Και βάφεται η κορφή και τουρανού η λουρίδα
Ροδόλευκη. Νερά καθάρια κι ασημένια
Τα διάπλατα πλευρά ξετρέχουν κι αυλακώνουν,
Χιλιόχρονα, παλιά, βαθιά, ισκιωμένα ορμάνια.
Κεντάει στες λαγκαδιές με πράσινο μετάξι.
Στους όχτους, στα ριζά, κοπάδια ασπρολογάνε
Και φαίνονται βοσκοί, και στώμορφο κεντίδι
Φλογέρες λες κι ακούς, λες και γροικάς τραγούδια,
Βελάσματα βραχνά και ηχούς από τρουκάνια.

Στα πόδια του βουνού κεντάει γαλάζια λίμνη
Με καλαμιές χρυσές. Ένας ψαράς στην άκρη
Πεζόβολον κρατεί και δόλωμα ετοιμάζει.
Κάμπον πλατύν πλατύν με σμαραγδένιο νήμα
Ολόγυρα κεντάει. Στη μέση από τον κάμπο,
Ποτάμι σιγαλό και φιδωτό ξομπλιάζει
Με δάφνες, με μυρτιές και με δασιά πλατάνια,
Με αηδόνια, με φωλιές∙ και στο πανώριο ξόμπλι,
Τον φλοίσβο του νερού θαρρείς κι ακούς, της δάφνης
Τον μύρο, της μυρτιάς, θαρρείς ότι ανασαίνεις,
Πως τον κελαϊδισμό των αηδονιών ξανοίγεις,
Πως νοιώθεις το απαλό της φυλλουριάς μουρμούρι.
Στην ακροποταμιάν αλάφι ζωγραφίζει,
Που σκύφτει τα νερά να πιη, τα κρυσταλένια,
Και, ξάφνου, σαϊτιά στην πλάτη το λαβώνει∙
Στρέφεται αυτό, κοιτάει με πόνο την πληγή του∙
Πάσχει ν' απαλλαχτή, δε δύνεται το μαύρο,
Κι από τον ουρανόν, από τα δένδρα γύρα
Βοήθεια λες ζητάει.

Ολόϋρα από τον κάμπο,
Πλήθος μικρά χωριά κεντάει, χωράφια αλλούθε
Με ολόχρυσα σπαρτά, με θυμωνιές, με αλώνια.
Πράσινα αμπέλια αλλού με κίτρινα σταφύλια,
Κίτρινα σαν φλουριά, κ' έμορφα κοπελλούδια,
Που μπαίνουν με πλεχτά καλάθια και τρυγάνε.

Γάμον αρχοντικό σ' ένα χωριό πλουμίζει
Με νύφην, με γαμπρό, με φλάμπουρα, με ψίκι.
Δράκους αλλού κεντάει, και λάμιες και νεράϊδες,
Κεντάει κ' έναν γιαλό με ζαφειρένια πλάτια∙
Στην άκρη του γιαλού την ίδια την θωριά της
Ολόφαντη ιστορεί από εμμορφιάν και νειότη
Και πλούτον και αρχοντιά, και στα λευκά της χέρια
Ταργόχειρο κρατεί, τωρηόπλουμο μαντήλι.
μαντίλι του γαμπρού, του γάμου της κανίσκι,
Ανάρηα το κεντάει κι όλο του λέει τραγούδια:

Μαντήλι πλουμερό και χρυσοκεντημένο,
Ποιος νάναι τάχα ο νειος οπού θα σ' αποχτήση;
Ποιος νάναι τάχα ο νειος που μ' ένα δακτυλίδι,
Μαντήλι μου ακριβό, κανίσκι θα σε πάρη;
Ποιος νάναι τάχα ο νειος, που μ' ένα φιλημά του,
Γλυκό και φλογερό απ' το λευκό μου χέρι
Στην κλίνη την αγνή θα μ' οδηγήσει νύφην;
Ποιος νάναι τάχα αυτός; Πέτε μου, εσείς δεντράκια
Κ' εσείς καλά πουλιά. Μουρμούρισέ μου αγάλια
Εσύ ωραίε γιαλέ και γαλανέ ουρανέ μου!
Εσύ, φτερουγιαστέ, καθάριε λογισμέ μου,
Γιατί δε μου τον λες, γιατί δε μου τον δείχνεις,
Γιατί μια ωραία βραδιά κρυφά δε μου τον φέρνεις,
Σαν όνειρο χρυσό, γλυκά στην αγκαλιά μου;

Κώστας Κρυστάλλης, Τραγούδια του χωριού στο Τα ποιήματα, εκδόσεις Γεωργίου Φέξη, Αθήνα 1916, σελ 133-135