«Οδός Οφθαλμιατρείου» του Ε. Αυδίκου -Κριτική Βιβλίου

Βιβλιοκριτική του Γιάννη Πανούση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Βακχικόν

 

Δεν είμαι ειδικός για να παρουσιάσω ένα τόσο πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, όπως Η ΟΔΟΣ ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟΥ, με κεντρικό πρόσωπο [αλλά όχι «ήρωα»] τον ποιητή και πεζογράφο της νέας Αθηναϊκής Σχολής Κώστα Κρυστάλλη [1868-1894]. Έτσι θα επιχειρήσω μία προσέγγιση με το μάτι ενός απλού αναγνώστη.

1. Ο Κ. Κρυστάλλης ασχολήθηκε με λαογραφικό υλικό, ήθη, έθιμα, παραδόσεις καθώς και με τα δημοτικά τραγούδια, ενώ είχε χαρακτηρισθεί –από το πεζογραφικό του έργο- ως «ποιητής του βουνού και της στάνης» .Έγραφε στη δημοτική γλώσσα, με απλότητα και λαϊκότητα. Κατά τον Αυδίκο «ο Κ. Κρυστάλλης ήταν ο τραγουδιστής της νοσταλγίας των Ελλήνων της περιφέρειας και ο Σταυραετός έγινε η ψυχή τους» [σελ.73].

2. Με καμβά τη μυθοπλασία της ζωής του Κρυστάλλη και του Κρύστ Σούλτις, ο Αυδίκος δημιουργεί ένα αλληγορικό, συμβολικό, ιστορικό, λαογραφικό, ίσως και εθνικό, ψηφιδωτό, στα όρια των παραβολών. Μικτές διηγήσεις, διαλογικές αφηγήσεις, με αλληλοδιαδοχή πρώτου και τρίτου προσώπου, εξιστόρηση παρελθόντων γεγονότων και καταστάσεων, με έντεχνη διαπλοκή ιστορικού, αφηγηματικού και ολίγον «μυθικού» χρόνου. Εικόνες, συναισθήματα και ιδέες ανοίγουν ένα μυστικό επικοινωνιακό μονοπάτι, από το οποίο περνάνε όχι μόνο τα εξωτερικά συμβάντα αλλά και ο εσωτερικός κόσμος του ίδιου του συγγραφέα. Ο πολυτάραχος βίος των ηρώων του βιβλίου επιτρέπουν συνειρμούς που αναφέρονται στον παρόντα χρόνο, όπου οι προσωπικές αξίες και τα προσωπικά νοήματα προέχουν και δίνουν ηθικό περιεχόμενο στο κείμενο.

3. Μέσα από ένα είδος [φροϋδικής] μεταβίβασης και αντιμεταβίβασης ή και μέσω μίας προβολικής ταύτισης, η ζωή του Κρυστάλλη και ο λόγος του Αυδίκου λειτουργούν ως κοινωνική συνείδηση. Το μυθιστόρημα μοιάζει σαν ένα μεγάλο ποτάμι, από το οποίο ξεκινούν και στο οποίο καταλήγουν μικροί παραπόταμοι. Η μεγάλη Ιστορία συναντάει τις μικρές ιστορίες των απλών ανθρώπων.

4. Είναι γνωστό ότι η Λογοτεχνία βοηθάει τον ιστορικό να συλλάβει το βαθύτερο νόημα των κοινωνικών στάσεων και, χωρίς να δημιουργεί δική της γεγονοτολογία, φωτίζει πρόσωπα κι ερμηνεύει πάθη. Το μυθοπλαστικό συγχωνεύεται και συνυπάρχει με το πραγματικό εάν κι εφόσον ο συγγραφέας μπορεί να προκαλέσει «μία δραματική ψευδαίσθηση», προβάλλοντας την εσωτερική πάλη της ψυχής των[συχνά διπολικών] ηρώων και την τραγικότητα πολλών αποφάσεων ζωής ή θανάτου.

5. Η αφηγηματική τέχνη του Αυδίκου δεν εξαντλείται σε περιγραφές και συνδυασμούς γλωσσικών στοιχείων. Προχωράει και στη διατύπωση προσωπικών φιλοσοφικών θεωρήσεων [π.χ. «Οι εποχές μπερδεύονται. Το ίδιο και οι άνθρωποι» (σ.39)- «Το παρελθόν οι άνθρωποι άλλοτε το πυροβολούν κι άλλοτε το αποθεώνουν» (σ.44)- «Ο θρόνος της μνήμης είναι στο βασίλειο της κληρονομιάς των νεκρών» (σ.62).

6. Επειδή η σχέση μας με το παρελθόν είναι συνήθως αμφίσημη: άλλοι το προσπερνούν αδιάφορα κι άλλοι το «εκμεταλλεύονται», ο συγγραφέας Αυδίκος δανείζεται τη ζωή του Κρυστάλλη για να βγάλει στο φως τις αγωνίες της δικής μας γενιάς και μέσα από τη μουσικότητα και την καθαρότητα του λόγου του να θέσει τις προϋποθέσεις διάπλασης μιάς άλλης εθνικής και κοινωνικής συνείδησης του σημερινού Έλληνα.

Γι’ αυτό και όλοι οι ανησυχούντες για την κατάσταση της χώρας ενεργοί πολίτες οφείλουν να διαβούν την ΟΔΟ ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟΥ του Ευάγγελου Αυδίκου.

Πηγή: https://www.vakxikon.gr/avdikos-review/

 

---===---

 

Ευάγγελος Αυδίκος: «Οδός Οφθαλμιατρείου»

Βιβλιοκριτική από τη Λίλια Τσούβα στο ηλεκτρονικό περιοδικό Διάστιχο, 2/7/ 2019

Τη βιογραφία του συντοπίτη του ποιητή Κώστα Κρυστάλλη, από το Συρράκο Ιωαννίνων, αφηγείται ο καθηγητής Λαογραφίας και συγγραφέας Ευάγγελος Αυδίκος στο νέο του μυθιστόρημα, Οδός Οφθαλμιατρείου, από την «Εστία». Τη στολίζει όμως με φανταστικές αφηγήσεις για την προσωπικότητα του Κρυς, μια περσόνα του Κρυστάλλη και μυθοπλαστική επινόησή του.

Ο Ρώσος φορμαλιστής Boris Tomashevsky στο βιβλίο του Θεωρία της λογοτεχνίας διακρίνει τον μύθο (fabula), από την πλοκή (sjuzhet). Ο μύθος αφορά τα γεγονότα, πραγματικά ή φανταστικά – η πλοκή τη λεκτική τους αναπαράσταση. Ο Ευάγγελος Αυδίκος, χρησιμοποιώντας τα πραγματικά γεγονότα της ζωής του Κρυστάλλη (fabula), χειρίζεται την πλοκή (sjuzhet) με τρόπο καλλιτεχνικό.

Ο επιτυχημένος Ελληνοαμερικανός Κρυς –με δηλωτικό το ύψιλον στην ορθογραφία του ονόματός του– βρίσκεται στην ίδια περίπου ηλικία με αυτή που πέθανε ο Κρυστάλλης. Εγκαταλείπει τις Ηνωμένες Πολιτείες και έρχεται στην Ελλάδα για να μελετήσει τον ποιητή με τον οποίο παρουσιάζει εκλεκτικές συγγένειες. Οι παροχές και οι ανέσεις του Κρυς έρχονται σε αντιπαράθεση με τη φτώχεια και τις στερήσεις του Κρυστάλλη. Η ζωή της υπαίθρου (ορεινά της Ηπείρου) με αυτήν του άστεως (Νέα Υόρκη, Αθήνα). Αν και πρόσφυγες και οι δύο, παρουσιάζουν εντελώς διαφορετικές προοπτικές επιβίωσης και ανάπτυξης. Ο Κρυς είναι παιδί οικονομικών μεταναστών· ο πατέρας του έφυγε πριν από χρόνια απ’ το Συρράκο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Κρυστάλλης εγκατέλειψε το ίδιο χωριό λόγω διώξεων από το Οθωμανικό Κράτος (τα Ιωάννινα δεν είχαν απελευθερωθεί). Ο Κρυς έχει εξασφαλισμένη εργασία και μέλλον. Οι στερήσεις, αντίθετα, που θα βιώσει ο Κρυστάλλης θα του στοιχίσουν τη ζωή. Θα προσβληθεί από φυματίωση και θα πεθάνει σε ηλικία 27 χρονών.

Οι βίοι είναι παράλληλοι και συσχετικοί. Οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες είναι πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο στη ζωή του Κρυστάλλη, αλλά και πλαστά πρόσωπα που περιστοιχίζουν τη ζωή του Κρυς. Οι σκηνές μένουν ανοιχτές. Ο τριτοπρόσωπος αφηγητής εναλλάσσεται με τον πρωτοπρόσωπο. Ο Ιανός, μέντορας του Κρυς και θείος του, είναι ο τριτοπρόσωπος αφηγητής. Αυτός τον μυεί στη λατρεία του Κρυστάλλη. Με την πρωτοπρόσωπη αυτοβιογραφική αφήγηση εκφράζεται ο Κρυς.

Οι συνεχείς αλλαγές της αφηγηματικής γωνίας και του χρόνου δημιουργούν την εντύπωση μιας πολυεπίπεδης πραγματικότητας. Οι εποχές μπερδεύονται ευχάριστα. Το παρελθόν εισβάλλει μέσω του συνειρμού στο παρόν. Ανασύρει στην επιφάνεια τις επιθυμίες ενός ανθρώπου που, παρότι έζησε στερημένα, μέσα σε μικρό διάστημα πέτυχε πολλά και δεν γνωρίζουμε το σημείο στο οποίο θα έφτανε, εάν οι συνθήκες το επέτρεπαν. Αλλά και τις αντιφάσεις του Κρυς, που καταδυναστεύεται από τη θύμηση του ποιητή μέσα στη δική του πορεία αυτοπραγμάτωσης.

Ο ευρυγώνιος φακός που στήνει ο συγγραφέας με αφορμή τη βιογραφία του Κρυστάλλη συνθέτει έναν πανοραμικό πίνακα της Ελλάδας των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα. Από τη μια, η οθωμανική κυριαρχία στην Ήπειρο και η ρουμανική προπαγάνδα για την καταγωγή των Βλάχων. Από την άλλη, η Αθήνα των 120.000 ανθρώπων, με τις μελικοκιές και την αγράμπελη, την παράδοση να σμίγει με τη νεωτερικότητα.

Ο λόγος θυμίζει ποίημα. Ο λυρισμός καθηλώνει.

Ο Κρυστάλλης περπατά στους δρόμους και τις πλατείες της Αθήνας με τον φίλο του λογοτέχνη Μιχαήλ Μητσάκη. Θλιμμένοι μοναχικοί περιπατητές, αναζητούν κι οι δυο αγάπη και κατανόηση. Περνούν το Φάληρο, την Πεντέλη, την Κηφισιά. Σταματούν στο λογοτεχνικό στέκι «Ο καφενές του Γαμβέτα». Τρώνε στο εστιατόριο «Πιπεριά». Στην Οδό Οφθαλμιατρείου βρίσκεται το υγρό υπόγειο του τυπογραφείου, όπου εργάζεται ο Κρυστάλλης. Εκεί στεγάστηκε το όνειρό του για μια νέα ζωή στην Αθήνα, όταν κυνηγημένος από τους Τούρκους άφησε την Ήπειρο, αλλά και ο πόθος για λογοτεχνική καταξίωση.

Τονίζονται οι πρώιμες επιδράσεις του Κρυστάλλη από τον Βαλαωρίτη, η καταγωγή του εκ μητρός από τον Ψαλίδα, σημαντικό εκπρόσωπο του νεοελληνικού Διαφωτισμού, η εποχή που τον διαμόρφωσε, με κυριότερο εκφραστή της τον Παλαμά, τον Βλάση Γαβριηλίδη, που έβγαζε την πρωινή εφημερίδα Ακρόπολις, τον Βλαχογιάννη, τον Νικόλαο Πολίτη, τη λαογραφία. Γίνεται αναφορά στον Βιζυηνό, κατ’ αντιπαράθεση προς τον Κρυστάλλη ο οποίος δεν βρήκε χορηγό, όπως ο Βιζυηνός, για να τον ενισχύσει οικονομικά. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Παπαδιαμάντη, δέκα χρόνια μεγαλύτερο του Κρυστάλλη (κοσμοκαλόγεροι και οι δύο), αλλά και στην απόπειρα του ποιητή, όσο ζούσε στην Αθήνα, να του χορηγηθεί υπηκοότητα ελληνική. (Ο Κρυστάλλης ετάφη ως Οθωμανός υπήκοος. Η γραφειοκρατία δεν το επέτρεψε.)

Περιγράφονται οι λογοτεχνικοί διαγωνισμοί που διαμόρφωναν τις καλλιτεχνικές τάσεις, η διαμάχη καθαρευουσιάνων-δημοτικιστών, ευρωπαϊστών-ελληνοκεντρικών. Αλλά και η ανενδοίαστη στάση των πολιτικών παραγόντων της απελευθερωμένης Ελλάδας, που εκμεταλλεύονταν τον πατριωτισμό των σκλαβωμένων Ηπειρωτών για να αποσπάσουν από αυτούς χρήματα, αδιαφορούσαν όμως για τα αιτήματα των παιδιών τους στην Αθήνα, παρότι γνώριζαν πως κάποιοι από αυτούς καταστράφηκαν οικονομικά προσφέροντας όλη τους την περιουσία υπέρ του αγώνα, όπως συνέβη με τον Δημήτριο Κρουστάλλη, πατέρα του ποιητή.

Ποικίλος ο κόσμος που κινείται στο μυθιστόρημα. Άνθρωποι με τους οποίους συναναστράφηκε ο Κρυστάλλης. Αλλά και λογοτέχνες με τους οποίους συνομιλεί στη διαχρονία: Βηλαράς, Μαβίλης, Καβάφης, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Εμπειρίκος, Βρεττάκος, Δημουλά, Γκανάς –στον οποίο αφιερώνεται το βιβλίο– και άλλοι. Ακόμα και ο Απόκοπος, ένα έργο του Μπεργαδή, στα τέλη του 15ου αιώνα, μια κάθοδος στον Άδη, εμφανίζεται στο έργο. Όμως, μια κάθοδος στον Άδη, μια νέκυια, δεν είναι και το μυθιστόρημα του Αυδίκου; Μια συνομιλία με τους νεκρούς, ένας νόστος;

Οι ονειρεμένες περιγραφές της λίμνης των Ιωαννίνων, όπου κινούνται οι ήρωες, οι συνοικίες της πόλης, τα καφέ αμάν με τις Γερμανίδες χορεύτριες που ξελόγιαζαν τους άντρες, ανασυστήνουν τη ζωή στην Ήπειρο πριν από την απελευθέρωση. Οι άτυχοι έρωτες του ποιητή παραλληλίζονται με λογοτεχνικά ζευγάρια, τον Τάσο και την Γκόλφω, τον Παλαμά και τη Στέλλα, τον Γκαίτε και την Ουλρίκε. Ο ερωτισμός, που έλειψε από τη ζωή του άτυχου Κρυστάλλη, εκφράζεται μέσα από στίχους δημοτικών τραγουδιών και το υπέροχο τραγούδι της κλεφτοπούλας. Δεσπόζει το ποίημα «Ο σταυραετός» το οποίο –μετωνυμικά– καταλήγει να υποδηλώνει τον ποιητή. Το μυθιστόρημα αλληλεπιδρά επίσης με άλλες βιογραφίες, όπως αυτή του Παπαδιαμάντη.

Ο συγγραφέας εκφράζει τη λύπη του γιατί η παράδοση στις μέρες μας παραμελήθηκε. Ο Κρυστάλλης, που λάτρεψε τα βουνά και την παράδοση, δεν υπάρχει ούτε στα αναγνωστικά. Όμως η μνήμη και η παράδοση είναι σημαντικές πηγές για το μέλλον. Ο παραγνωρισμένος ποιητής ταυτίζεται με την Ελλάδα που πεθαίνει.

Τα βουνά, γράφει, ξαναζούν πλέον μέσα απ’ τον θερινό τουρισμό. Αλλά «σμπαράλια γίνονται τα βράδια της Παναγίας. Ψυχές που δεν κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων του βουνού, του πρωτεϊκού Χρούσια[1], της Τσουκαρέλας[2], της Μπουλιάνας[3]. Που ιππεύουν την αλαζονεία τους και προσγειώνονται στην Γκούρα[4] και τον Αη Νικόλα[5]. […] Τα βοσκοτόπια στέκουν μαραγκιασμένα. Βολεύονται με μουγκανίσματα αγελάδας, γενόσημα της εποχής που άσπριζε το μάτι και το αυτί δεν ξαπόσταινε από τα βελάσματα».

Ο ευρυγώνιος φακός που στήνει ο συγγραφέας με αφορμή τη βιογραφία του Κρυστάλλη συνθέτει έναν πανοραμικό πίνακα της Ελλάδας των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα.

Οι δράκοι, τα στοιχειά, οι νεράιδες, στήνουν χορό στο μυθιστόρημα. Μεταφέρουν τις διηγήσεις των γιαγιάδων, την τοπιογραφία της Ηπείρου, τις λαϊκές εκφράσεις, την ντοπιολαλιά, τις βλάχικες λέξεις, εφόσον τα χωριά στην περιοχή ήταν βλαχόφωνα. Τα γεγονότα και οι χαρακτήρες ξεδιπλώνονται ποιητικά, μέσα από στίχους. Η γραφή μοιάζει θραυσματική. Το όνειρο διαπλέκεται με τον ρεαλισμό. Ο ευθύς λόγος με τον πλάγιο. Η λογική με το άλογο. Ο συγγραφέας συνομιλεί με τα αγάλματα του ποιητή, με Έλληνες και ξένους λογοτέχνες. Αυτή όμως είναι η γοητεία του βιβλίου. Το μεταμοντέρνο αυτό παιχνίδι της γλώσσας και της σκέψης. Ο πολυπρόσωπος χαρακτήρας του. Η διακειμενικότητα.

Ο λόγος θυμίζει ποίημα. Ο λυρισμός καθηλώνει. Τα ασταμάτητα γλωσσικά παιχνίδια ανάμεσα στην κυριολεξία και τη μεταφορά, ο πλούτος των εκφραστικών μέσων, η ενσωμάτωση της επιστολής στη μυθοπλασία, το σασπένς, μαρτυρούν τη δεξιοτεχνία του καλλιτέχνη· οι λεπτομέρειες για τη ζωή και το έργο του Κρυστάλλη, τον μόχθο του μελετητή· τα δημοτικά τραγούδια, οι μαντινάδες, η λαϊκή και λόγια κληρονομιά, τη γνώση του καθηγητή.

Ο Κρυστάλλης έζησε στην εποχή της ανόδου της λαογραφίας και της ηθογραφίας, όταν ο δημοτικισμός άρχιζε να καταλαμβάνει τη θέση του στο γλωσσικό βάθρο. Ο ίδιος τάσσεται υπέρ του. Δεν μπόρεσε όμως να δώσει πολλά. Έγινε το σύμβολο των απανταχού ξεριζωμένων, των ανθρώπων της υπαίθρου που μετακινήθηκαν στο κέντρο εγκαταλείποντας τις πατροπαράδοτες εστίες τους, αλλά και των φυσιολατρών. Στη συνέχεια όμως ξεχάστηκε.

Με το μυθιστόρημά του ο Ευάγγελος Αυδίκος δικαιώνει τον παραγνωρισμένο ποιητή. Ο ιδανισμός με τον οποίο τον αντιμετωπίζει σχετίζεται με την εποχή στην οποία έζησε και την κοινή τους αγάπη για τη λαογραφία. Οπωσδήποτε και με την απόσταση που εξωραΐζει καταστάσεις· και, φυσικά, την κοινή εντοπιότητα. Όμως, κυρίως, σχετίζεται με τον άνθρωπο και τη συμπόνια του για ένα πρόσωπο που το βιώνει ως πρόγονο.

Η ενδελεχής έρευνα που κάνει ο Κρυς για τον συντοπίτη του λογοτέχνη Κώστα Κρυστάλλη τον κρατά σε συνεχή επαφή, τον ταυτίζει μαζί του στην κακοτράχαλη πορεία της δικής του ενδοσκόπησης. Μόνον όταν τελειώνει η αναζήτηση-μελέτη, απελευθερώνεται από την εμμονική σχεδόν αυτοαναφορά στο πρόσωπό του.

Το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Αυδίκου Οδός Οφθαλμιατρείου αποζημιώνει και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη. Το παρελθόν, το τόσο αγαπητό στον συγγραφέα, πυρακτώνει δημιουργικά τον λογοτεχνικό του οίστρο. «Σαν άγγελος τετραφτέρουγος» τον ανεβάζει στις ψηλότερες κορφές της τέχνης του.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Παραπόταμος του Άραχθου.
[2] Κορυφή βουνού πάνω από το Συρράκο.
[3] Τοποθεσία πριν από την είσοδο στο χωριό.
[4] Η κεντρική πλατεία του Συρράκου με την ομώνυμη βρύση.
[5] Η εκκλησιά στο κέντρο του χωριού

 

Πηγή: https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/12458-odos-ofthalmiatreioy

 

---===---

 

 «Οδός Οφθαλμιατρείου», μυθιστόρημα του Ευάγγελου Αυδίκου, εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας» 2Ο19 

Βιβλιοπαρουσίαση από τον Παύλο Μεθενίτη στο ηλεκτρονικό περιοδικό Περί ου, 1.11.2019

Ο Ανδρέας ο Εμπειρίκος, στο κείμενό του με τίτλο «Του Αιγάγρου», που συμπεριλαμβάνεται στην «Οκτάνα», μιλά για «Τὰ κρύσταλλα ποὺ μαζώχθηκαν καὶ φτιάξαν τὸν Κρυστάλλη». Αυτά τα κρύσταλλα του Εμπειρίκου, αυτή η διαφάνεια, η καθαρότητα, η μουσικότητα και η δροσιά, εμφορούν, διαπνέουν το μυθιστόρημα του Ευάγγελου Αυδίκου, την «Οδό Οφθαλμιατρείου», από τις εκδόσεις του «Βιβλιοπωλείου της Εστίας».

Το βιβλίο δεν είναι η μυθοποιημένη βιογραφία του Ηπειρώτη ποιητή Κώστα Κρυστάλλη, που έσβησε απ’ το χτικιό, τη φτώχεια και την κακοπάθεια το 1894, σε ηλικία μόλις είκοσι έξι ετών…Είναι ένας φόρος τιμής, είναι ένα ρέκβιεμ, μια ελεγεία για εκείνο τον φλεγόμενο άνθρωπο, που πλημμύρισε τα Ελληνικά Γράμματα με αυτόν το άσβεστο πόθο για την ελευθερία των βουνών, γι’ αυτή την ορεινή ψυχή, που στύλωνε στα πόδια τους τούς απανταχού ξεριζωμένους, ώστε να αντέξουν την ξενιτιά, και την μπόχα του κάμπου.

Ο Κρυστάλλης έγινε το σύμβολο όλων των ξεριζωμένων και γι’ αυτό τιμήθηκε, όσο κανείς άλλος με αγάλματα και δρόμους. Ήταν αυτός που τραγούδησε το βουνό και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων που η μοίρα τους έφερε στον κάμπο», λέει κάπου ο συγγραφέας, ενώ κάπου αλλού, επαναλαμβάνει, σαν προσευχή, σαν μάντραμ διαλογισμού, σαν πολεμική κραυγή αν θέλετε, τους αθάνατους στίχους του Κρυστάλλη: «Για χαμηλώσου λίγο, Σταυραετέ, και πάρε με μαζί σου. Πάρε με απάνω στα βουνά, τί θα με φάει ο κάμπος…»

Όλος ο Κρυστάλλης είναι μέσα σ’ αυτούς τους στίχους, και ο Βαγγέλης ο Αυδίκος, αρωμάτισε μ’ αυτόν όλο το βιβλίο του, δίνοντάς του μία μορφή ποιητική. Εγώ το διάβασα σαν ένα μεγάλο αφηγηματικό πεζοτράγουδο, που περιγράφει τη διαδρομή ενός ελληνοαμερικανού νεαρού, ηπειρώτικης καταγωγής, ο οποίος έχοντας μια μακρινή συγγενική σχέση με την οικογένεια Κρυστάλλη, αφήνει μια πολλά υποσχόμενη σταδιοδρομία, ή μάλλον τη βάζει στο σταντ μπάϊ, για να βαδίσει στα βήματα του ποιητή, του Κώστα του Κρυστάλλη, στην Ελλάδα, και μάλιστα στην Αθήνα.

Αυτό, όπως είπα, είναι το πλαίσιο, το γενικό context, εντός του οποίου ο Αυδίκος λέει το δικό του το τραγούδι για τον Κρυστάλλη. Σαν να είναι ο μυθιστορηματικός του ήρωας το ισοκράτημα, για να μπει η φωνή του Αυδίκου και να ψάλει τα εγκώμια του ποιητή. Εκείνου του ποιητή, που τόλμησε να γράψει όχι μόνο στη δημοτική, μιλάμε τώρα πριν από 130 χρόνια, αλλά σε μιαν ιδιόλεκτο ημπειρώτικη, βουνίσια, που ξένισε όσους είχαν την γλωσσική ευπρέπεια περί πολλού. Ο Αυδίκος ξόμπλιασε με το μεστό, σγουρό, ποιητικό του λόγο εκείνον τον ποιητή που είχε το θάρρος να γράψει κάτι τέτοιο:

 

«Ἤθελα νἄμουν σταυραητός, νὰ πέταγα τ᾿ ἀψήλου,
ν᾿ ἀνέβαινα στὴ Λιάκουρα, κατάκορφα στὴ ράχη,
νἄριχνα ἐκεῖθε μία ματιά, ν᾿ ἀγνάντευα τὸν Πίνδο,
νὰ ἰδῶ πῶς μοῦ τὸν ἔκαμαν τὰ χρόνια κ᾿ ἡ σκλαβιά του.
Ποιὸς λέει δὲν κλαῖνε τὰ βουνά; Ποιὸς λέει πὼς δὲν γεράζουν;…
Χιόνια καὶ κρούσταλλα παλιά, γεράματα γιομάτα,
σκεπάζουνε τὸν Πίνδο μου, καὶ καταχνιὲς τὸν πνίγουν·
κι ἀκούγω, ἀκούγω ἀπὸ μακρυά, ἀκούγω ἀπὸ τὰ ξένα
τῆς γερατειᾶς του τὸ σκουσμό, τὸ κλάμμα τῆς σκλαβιᾶς του.»

 

Ο Ευάγγελος Αυδίκος, ένας μάχιμος, μπαρουτοκαπνισμένος δάσκαλος, έγραψε με σπαραγμό για τη μεγάλη λαχτάρα του Κώστα του Κρυστάλλη, που δεν τον άφησε, όσο ζούσε και δούλευε στην Αθήνα: να σπουδάσει ήθελε, και να έχει μιαν οικονομική βάση για να αφοσιωθεί απερίσπαστος στην ποίησή του. Όμως, ούτε το ένα κατάφερε, ούτε το άλλο – στο μέτρο που τα ποθούσε δηλαδή. Αναγκάστηκε να δουλεύει σε τυπογραφείο για να ζήσει, με συνέπεια την ραγδαία επιδείνωση της έτσι κι αλλιώς κλονισμένης υγείας του, ενώ η αυτομόρφωση του έτρωγε και τις ελάχιστες ώρες ύπνου και ξεκούρασης. Ο Κρυστάλλης ξενυχτούσε διαβάζοντας και γράφοντας, χωρίς να καταφέρει να βρει ένα μαικήνα, ένα πλούσιο ομογενή, ένα χορηγό, που θα λέγαμε και σήμερα, που θα του εξασφάλιζε μια στοιχειώδη βάση, μια υποτροφία, ένα μικρό επίδομα, ώστε να μπορέσει να μεταφέρει ανέγνοιαστος στο χαρτί κι άλλες ανάσες από τα βουνά της πατρίδας του, κι άλλες κραυγές από τους αετούς που τα κατοικούσαν, κι άλλη δροσιά από τις βρύσες που τα άρδευαν, σαν φλέβες και αρτηρίες.

Ο Αυδίκος κατόρθωσε να φτάσει στην ίδια την εσώτερη ουσία του ποιητή, στο αιθερικό του σώμα, που ήταν αυτό που εμψύχωσε τελικά τις σελίδες του. Μιλώ για το εσωτερικό τοπίο του Κώστα του Κρυστάλλη, που αχνοφαίνεται πίσω από τα εξωτερικά, τα ηπειρώτικα τοπία που περιγράφει. Κι όλα αυτά τα κατάφερε ο συγγραφέας, χρησιμοποιώντας με μαεστρία τον επιστολικό λόγο: πολλές επιστολές περιλαμβάνονται στο βιβλίο του, πολλών αποστολέων, με πολλούς αποδέκτες, χαρίζοντας στο γραφτό εκείνη την αμεσότητα της οικειότητας – ακόμα και τα ψέματα που γράφουμε σε ανθρώπους κοντινούς μας έχουν μια τρυφερότητα, μια αθωότητα.

Τι κι αν τα πράγματα δεν έγιναν ακριβώς έτσι όπως τα περιγράφουμε; Εάν το γράμμα, η επιστολή μας αφηγείται μια ωραία ιστορία, το κείμενο δεδικαίωται. Αυτό συμβαίνει και με την «οδό Οφθαλμιατρείου». Πολλά τα χωρία που θα μπορούσα να παραθέσω, αλλά θέλω να μνημονεύσω, τελικά, μόνο ένα, που συμπυκνώνει, κατά τη γνώμη μου, τις γενεσιουργές αιτίες της ποίησης του Κρυστάλλη.

Αυτή η ιστορία με τον πρώτο έρωτα του Κρυστάλλη στο δημοτικό, με την Αλεξάνδρα, είναι μία από τις ωραιότερες του βιβλίου. Ο Κώστας, θυμοειδής και ασυγκράτητος, τη φιλάει στη βρύση. Θα το πω στον δάσκαλο, του λέει αυτή. Πράγματι τον μαρτυράει, και ο μικρός Κρυστάλλης δέχεται αγόγγυστα την απίστευτη τιμωρία της δημόσιας διαπόμπευσης γιατί φίλησε ένα κορίτσι στη βρύση χωρίς τη θέλησή του, γιατί το προσέβαλε…

Και ποια είναι η τιμωρία; Στην αρχή η κοπελίτσα του ζωγραφίζει το πρόσωπο με μελάνι, του κάνει μουστάκια και μούσια και του ζωγραφίζει ήλιους και φεγγάρια στα μάγουλα, και μετά όλο το σχολείο περνάει από εμπρός του και τον φτύνει! Ο ίδιος ο ποιητής λέει, με την πένα του Αυδίκου, πως ένα από τα πιο όμορφα ποιήματά του, που έχει να κάνει με το κέντημα ενός μαντιλιού, το χρωστάει στην Αλεξάνδρα, αυτόν τον αξέχαστο πρώτο του έρωτα, που του κέντησε το πρόσωπο με το μελάνι, ενώπιον της σχολικής κοινότητας, που γιουχάιζε και λοιδορούσε τον Κώστα τον Κρυστάλλη…

Διαβάστε, λοιπόν, το βιβλίο αυτού του ένθερμου Ηπειρώτη, του Βαγγέλη του Αυδίκου, και μετά, αναζητείστε την ίδια την… κρυσταλλική ποίηση. Ναι, το ξαναλέω, κρυσταλλική: γιατί είναι διάφανη, είναι φωτεινή, αρμονική, και καθάρια. Γιατί, εάν το πέταγμα ενός σταυραετού πάνω από τις κορφές του Πίνδου έμπαινε σε λέξεις, κάπως έτσι θα ηχούσε: σαν αργυρόηχο θρόισμα από κρύσταλλα.

 

Πηγή: https://www.periou.gr/%CF%80%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CE%B8%CE%B5%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CF%82-%CE%BF%CF%86%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%AF/