Ενδιαφέρει ακόμη η Λογοτεχνία; Όροι διαμόρφωσης ενεργητικών αναγνωστών στα σχολεία

Η προσωπική μου εμπειρία στη Μέση Εκπαίδευση θα μου επέτρεπε να διακινδυνεύσω την άποψη ότι προοδευτικά μια ολοένα μικρότερη μερίδα μαθητών και μαθητριών ενδιαφέρεται να συμμετάσχει ενεργά στο μάθημα της λογοτεχνίας. Η διαπίστωση αυτή γεννά, συνακόλουθα, έναν προβληματισμό για τα ερεθίσματα που δίνουν ορισμένα κείμενα ή ποιήματα σε διδασκόμενους και διδάσκοντες, για την αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας της λογοτεχνίας και, γενικότερα, για την απουσία φιλαναγνωσίας στους νέους. […]
Κατά κάποια γενική έννοια πάντα κάποιος πρέπει να μας διδάσκει να διαβάζουμε, συνήθεια που δε μεταφέρεται με την έναρξη της σχολικής ζωής αλλά καλλιεργείται από νωρίς μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. Ωστόσο, σήμερα η διδασκαλία της λογοτεχνίας συνδέεται περισσότερο με το σχολείο, το οποίο μέσα από το διδακτικό αντικείμενο της λογοτεχνίας αποσκοπεί στη μετάδοση γνώσης, την απόκτηση κουλτούρας, τη διαμόρφωση ταυτότητας, την επίτευξη ενότητας, την ηθικοποίηση και την καλλιέργεια μιας φιλαναναγνωστικής συμπεριφοράς. Η επιτυχία του συγκεκριμένου στόχου συνδέεται άρρηκτα με το εκπαιδευτικό σύστημα, τα εκπαιδευτικά προγράμματα που επιλέγονται από την πολιτική εξουσία, την ελευθερία που επιτρέπεται στον εκπαιδευτικό, τις γνώσεις, την εκπαίδευση, τις επιλογές του τελευταίου και την ποιότητα του μαθητικού δυναμικού που κάθε φορά αποτελεί τον αποδέκτη της διδασκαλίας του.
Η φιλαναγνωστική προσέγγιση της λογοτεχνίας ή η παρακίνηση ενός νέου να παράξει δικό του λογοτεχνικό έργο, ωστόσο, στη σύγχρονη εκπαίδευση αποδυναμώνεται από τις οδηγίες ανάλυσης ενός κειμένου και από την ανυπαρξία ενός μαθήματος δημιουργικής γραφής. Αν και δεν ζητώνται, πλέον, με το ίδιο λεκτικό «εκφραστικά μέσα», έχουν διαμορφωθεί αναλυτικές κατηγοριοποιήσεις, με αποτελέσματα αντίθετα από τα προσδοκώμενα. Το λογοτεχνικό έργο παύει να είναι μια οργανική ενότητα και προσεγγίζεται ως άθροισμα μιας σειράς τεχνικών χαρακτηριστικών, που μπορούν να ιδωθούν το καθένα χωριστά από τα άλλα και από το σύνολο. Το μόνο που καταφέρνουν οι αναλύσεις των κειμένων είναι να εκμηδενίσουν τη διάθεση του μαθητή να διαβάσει από μόνος του λογοτεχνία, την επιθυμία του ν΄ αναζητήσει στα λογοτεχνικά έργα ό,τι συντονίζεται με τις δικές του αγωνίες και του μιλάει κατευθείαν στην ψυχή, τη στιγμή που «Το κείμενο…είναι μια σχέση αλληλεπίδρασης...». […]
Οι νέες ανάγκες στα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα σήμερα δημιουργούν την αναγκαιότητα να διαμορφωθεί ένας νέος τόπος συνάντησης του σχολείου με τη λογοτεχνία, που θα ενθάρρυνε τους μαθητές και τις μαθήτριες να εκδηλώσουν ιδέες και να προβάλουν τις ανησυχίες τους. […]
Η διαμόρφωση κοινοτήτων μελέτης ή αναγνωστικών δικτύων ανάλογων με τα ενδιαφέροντα των μαθητών και η επιλογή κειμένων θα αποτελούσαν το πρώτο βήμα. Η φιλοσοφία της λέσχης ανάγνωσης ενθαρρύνει μια άλλη προσέγγιση στη λογοτεχνία και τη διδασκαλία της, γιατί κάνει την ανάγνωση ελεύθερη επιλογή, ικανοποιεί τα ενδιαφέροντά των μαθητών και των μαθητριών, διευκολύνει μια ενδεχόμενη δραματοποίηση, προωθεί μια βιωματική δράση μέσα από τους ρόλους και ενισχύει την ασύνειδη πρόσληψη μιας αμιγώς βιωματικής ερμηνευτικής. 

Κλεονίκη Δρούγκα, Ενδιαφέρει ακόμη η λογοτεχνία; Όροι διαμόρφωσης ενεργητικών αναγνωστών στα σχολεία, στο Η Ποιότητα στην Εκπαίδευση. Τάσεις και Προοπτικές (Πρακτικά Πανελλήνιου Συνεδρίου με Διεθνή Συμμετοχή), Αθήνα 2012, σ. 225-227