Ν Υ Ξ
Εντός υψιθόλου, στενού, γοτθικού δωματίου ο Φάουστ
κάθηται τεταραγμένος προ του γραφείου του

ΦΑΟΥΣΤ
Εσπούδασ’ αχ! φιλοσοφίαν,
ιατρικήν και νομικήν,
και οίμοι, και Θεολογίαν,
με έφεσιν καρτερικήν!
Κ’ ιδού εγώ, πτωχός μωρός,
όσον και πρότερον σοφός.
Μάγιστρον, δόκτωρα προσέτι
μ’ αποκαλούν, καί δέκα έτη
παντοιοτρόπως φενακίζω
τους μαθητάς μου και γνωρίζω,
ότι ουδέν εις τον θνητόν
να μάθη είνε δυνατόν
Τούτο μου καίει την καρδίαν.
Κ’ έχω μεν πλείονα σοφίαν
μωρών, δοκτώρων, ιερέων,
και διδασκάλων και γραφέων·
oι δισταγμοί δεν με λυπούσι,
διάβολοι δεν με πτοούσι.
Αλλ’ αντ’ αυτού απεστερήθην
πάσας της γης τας ηδονάς·
εν στόμφω δεν διενοήθην,
πως έχω γνώσεις ικανάς,
τον άνθρωπον να κατηχήσω
κ’ εις αρετήν να οδηγήσω.
Δεν έχω αγαθά και πλούτον,
ουδέ τιμάς και μεγαλείον.
ούτε καν σκύλος τον τοιούτον
ηδύνατο να ζήση βίον!
Διό κ’ εγώ εις την μαγείαν
εδόθην με την προσδοκίαν,
ότι του πνεύματος τα χείλη
κ’ η δύναμις θα μου αγγείλη
νόμον τινά της γης κρυπτόν,
ώστε να παύσω εν ιδρώτι
και μόχθω να διδάσκω ό,τι
ουδ’ εις εμέ είνε γνωστόν,
ώστε την γην να μάθω τί
εν τοις εγκάτοις συγκρατεί,
ώστε αρχέγονα στοιχεία,
δυνάμεις γονιμοποιοί
φανούν εμπρός μου κ’ εσαεί
των λόγων παύσ’ η καπηλεία.

Ω, να μ’ εφώτιζες, σελήνη,
το ύστατον εν τη οδύνη!
πόσον συχνά προ του γραφείου,
την ώραν του μεσονυκτίου
σ’ επρόσμενα εγρηγορών!
Τότε, ω φίλη τεθλιμμένη,
εφώτιζές με πλανωμένη
εις των βιβλίων τον σωρόν.
Αχ! ας μου ήτο δυνατόν
ανά τα ύψη των ορέων
στο γλυκύ φως σου να βαδίζω,
και πέριξ ορεινών σπηλαίων
με πνεύματα να πτερυγίζω,
εις το μυστηριώδες φως σου
διά λειμώνων να πλανώμαι,
κι’ απηλλαγμένος των καπνών
της γνώσεως των σκοτεινών,
εντός της ιδικής σου δρόσου
λουόμενος ν’ αναγεννώμαι!

Γκαίτε, Φάουστ, Μτφρ.: Αριστομένης Προβελέγγιος,
εκδόσεις Σιδέρης, Αθήναι 1924, σ. 13-15