Η Σύνοδος των Επισκόπων, με τη σημερινή λειτουργία της, αποτελεί ουσιαστικά θεσμό που θεσμοθετήθηκε από τον Πάπα Ρώμης Παύλο ΣΤ΄ το 1965, συνεπεία της Β΄ Συνόδου του Βατικανού. Στη 16η Σύνοδο, με απόφαση του Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου, συμμετείχαν και άλλοι πιστοί της Εκκλησίας, πέρα από τους Επισκόπους, όπως αφιερωμένοι ή απλοί λαϊκοί. Τα 3/4 της Συνόδου ήταν Ιεράρχες, ενώ από τα 365 πρόσωπα που είχαν δικαίωμα ψήφου αρκετά ήταν γυναίκες. Καλεσμένοι, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ήταν και οι εκπρόσωποι άλλων Εκκλησιών (μη Καθολικών). Η όλη διαδικασία της 16ης Συνόδου ήταν μία πορεία που ξεκίνησε το 2021. Στην προσυνοδική διαδικασία που άρχισε τότε, κλήθηκαν να συμμετέχουν όλοι οι πιστοί Καθολικοί και να εκφραστούν ελεύθερα. Η Σύνοδος των Επισκόπων έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2023, όμως, κατά τη διάρκεια των εργασιών της αποφασίστηκε να μην λάβει τελικές αποφάσεις, αλλά να συνεχιστούν οι εργασίες της τον επόμενο χρόνο, τον Οκτώβριο του 2024, στη δεύτερη συνέλευση, όπως και έγινε. Μετά την έκδοση του επίσημου κειμένου της (Οκτώβριος 2024), ξεκίνησε μία νέα φάση, στην οποία καλούνταν όλοι οι Καθολικοί να εργαστούν για να υλοποιήσουν όσα αποφασίστηκαν.

Σύμφωνα με τον Πάπα Φραγκίσκο, το Άγιο Πνεύμα ήταν ο πρωταγωνιστής της Συνόδου, όπως και της ίδιας της ζωής της Εκκλησίας και για αυτό κάλεσε όλους να εκφραστούν ελεύθερα και να ακούν όλους με σεβασμό.

Η 16η Σύνοδος των Επισκόπων ουσιαστικά αποτελεί τη βάση, ώστε η Καθολική Εκκλησία να εκκινήσει το ταξίδι της προς μια πιο συνοδική Εκκλησία, η οποία θα ακροάται εν Πνεύματι όλους και ιδιαίτερα όσους στερούνται το δικαίωμα να μιλήσουν στην κοινωνία, όπως ανέφερε στην Επιστολή της προς τον Λαό του Θεού (2023).