Slideshow με κείμενα και καταιγισμός ιδεών

Δημοτικό

Πολύ παραστατικά ως τραγικό δρώμενο παρουσιάζει το δημοτικό τραγούδι «Ο Καταδικασμός της Κρήτης» τον απόηχο του αποκλεισμού της Κρήτης από την ελεύθερη Ελλάδα το 1828-1830. Το Α΄ μέρος αναφέρεται στα γεγονότα της Γραμβούσας (Η επιχείρηση για κατάληψη της νήσου Γραμβούσας αρχίζει από το 1823, την παίρνουν το 1825 και τη χάνουν το 1828, καθώς γίνεται φρούραρχος στην Κρήτη ο Άγγλος Ουρκουάρδος και μετά ο Ραϊνέκ). Το Β΄ αναφέρεται στον αποκλεισμό της Κρήτης από το ελεύθερο ελληνικό κράτος, 1830. Το δημοτικό (αποσπάσματα) έχει ίαμβο 15σύλλαβο και ομοιοκαταληξία.

Α΄

Στα χίλια οχτακόσια εικοσιοχτώ, μιαν Τρίτη,
(αφουγκρασθήτε να σας πω ογιά τη μαύρη Κρήτη)
σύναξη κάνου οι βασιλείς και πάνε στο Παρίσι,
να κάμουνε συνέλεψη τι να γενή η Κρήτη.
Μ’ απής εσυναχτήκανε κι’ αρχίξαν το κουσούλτο1 ,
ούλοι εδιχονήσανε και παίρνει την ο Τούρκος.
Ανθρώπους τότ’ επέψανε κ’ εις τσι Καλύβες βγαίνει,
να συναχτούν οι Χρισθιανοί, να δώση το χαμπέρι.
Και σαν εσυναχτήκασι, διαβάζει τη συθήκη,
κ’ έγραφε πως εδώκανε του Μισιριού2 την Κρήτη.
Φωνιάζουν3 , κλαιν οι Χρισθιανοί‧ «Αφέντες κουμαντάτες,
εβγάστ’ απάνω στα βουνά, να κάτσετε στσι στράτες,
να ιδήτε ούλα τα πουλιά, απού ψηλά πετούσι,
τα κόκκαλα τω Χρισθιανώ στ’ αντόδια4 να βαστούσι.
Όσοι καταλυθήκανε στα όρη κ’ εις τα δάση
ποιος είν’ απού θα σας τσιπ η και θα τσι λογαριάση;
Ακούστε να σάσε5 πω τα πάθη τα δικά μας:
Στην Αραπιά πουλήσανε οι Τούρκοι τα παιδιά μας,
και όσοι απομείναμε εις τα βουνά γλακούμε6 ,
ξυπόλυτοι κι’ ολόγδυμνοι για να λευτερωθούμε.
Κ’ είχαμε θάρρος εις εσάς, τσι βασιλείς τσι Φράγκους,
κ’ εδά μας αδικήσετε κι’ αφήκετέ μας σκλάβους.
Όντε θα βγουν τα νέφαλα και να φανούν οι κρίνοι,
και να ρθ’ ο φοβερός κριτής ούλους να μάσε κρίνη,
τα τάγματ’ ούλα τα’ ουρανού τριγύρου ν’ ακλουθούσι,
τα πάθη τω Χρισθιανώ τα’ άδικα να γρικούσι,
να ρθουνε με παράπονο κ’ οι Κρήτες να σταθούνε
μπροστά στο φοβερό κριτή τα’ άδικά των να πούνε,
τότες ν’ αποκριθήτ’ εσείς, Αγγλία και Γαλλία,
μπροστά στο φοβερό κριτή, Δευτέρα παρουσία!»
«Τώρα αποφασίσανε κ’ εκάμανε συθήκη,
Πώς να ναι πάλι αραγιάς του Μισιριού η Κρήτη».
«Φύγετε! Φύγετ’, άστε μας! μα μεις θα να σκεφτούμε,
γή ούλοι θ’ αποθάνωμε, γή θα λευτερωθούμε.
Θε μου κ’ εσύ, πώς το βαστάς; εις τη σκλαβιά ακόμη,
ούλοι λευτερωθήκανε, κ’ η Κρήτη να ναι μόνη.»
«Έρχουνται πλοία φράγκικα και πάνε στη Γραμπούσα
και βγάνουνε στι Χρισθιανούς, οπού την εβαστούσα.
Και Μισιριώτες φέρνουνε κ’ εις τα χωριά χτυπούσιˑ
φορούνε ρούχα κόκκινα και τούμπανα βαστούσι.
Καθίζουν σε μερκά χωριά και κάνουνε κρισάδες,
και τυραννούν τσι Χρισθιανούς, σκεντσεύγουν στ’ αραγιάδες.»

Πηγή: Ν. Γ. Πολίτου, Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού,
7η έκδ. Ε. Γ. Βαγιονάκη. Αθήνα 1978.

1κουσούλτο: συνέλευση
2Μισιριού: Αιγύπτου
3φωνιάζουν: φωνάζουν
4αντόδια: δόντια
5σάσε: σας
6γλακώ: πηγαίνω τρέχοντας

Κωστής Παλαμάς

Και στο έργο του Κωστή Παλαμά είναι παρούσα η αλύτρωτη Κρήτη. Στη συλλογή Ασάλευτη Ζωή, ενότητα «Πατρίδες» ο ποιητής υμνεί, με το προσωπείο του Σολωμού και του Δημόδοκου, τη δόξα της Κρήτης.


«Τ’ αθάνατου Τυφλού με νέα φωνή ελληνίδα
σοφά εκεί πέρ’ αντιλαλούν οι ραψωδίες,
εκεί αναπνέει από τα ρόδα ευωδίες

του Σολωμού η σκιά σε Ηλύσια, και ο τεχνίτης
εκεί της λύρας ξαναζή και την πατρίδα
και τη δόξα ο Δημόδοκος υμνεί της Κρήτης.»


Ο Κωστής Παλαμάς, στο σονέτο που έστειλε στον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη μιλάει με ενθουσιασμό για την Κρήτη, αποκαλώντας την: «[…] κορώνα του πελάγου,/ μάννα της ρίμας και του τουρκοφάγου». Το ποίημα γράφτηκε το 1896. Ανάλογη μνεία για τον ηρωισμό της Κρήτης: «που δε γερνά, δε γέρνει» έχουμε και στη σύνθεση Η Φλογέρα του Βασιλιά στον «Τέταρτο Λόγο» (1909), όπου, αν και σκλαβωμένη, η Κρήτη παραμένει ασκλάβωτη στην ψυχή:

«[…………………………………….]. Είναι
κι από την Κρήτη, απ’ το νησί που δε γερνά, δε γέρνει,
και ηρωική πνοή το ζη και μια έπαρση μεγάλη,
και, σκλαβωμένο, ασκλάβωτο, πάντα είναι για να δίνη
της λευτεριάς μαθήματα και να ποτίζη με αίμα
της πατρικής γης το άνυδρο δέντρο, θεριεύοντάς το.
Και Κρητικοί, και της στεριάς και του πελάου πετρίτες,
πάντα το σίδερο ζωστοί, με σείσμα και με διώμα,
και στο βουνό και στο κατάρτι απάνου βαρδιατόροι.»




Παντελής Πρεβελάκης

Ο συγγραφέας Π. Πρεβελάκης στο έργο του Το Χρονικό μιας Πολιτείας (1976) αναφέρεται στους διαχρονικούς αγώνες της Κρήτης για την ελευθερία της, όπως καταδεικνύεται από το ακόλουθο απόσπασμα:


«Η Κρήτη είταν μισολευτερωμένη ύστερα από το Σηκωμό του 96, είχεν Αφέντη τον Πρίγκηπα το Γεώργιο, κ’ οι Κρητικοί γυρίζαν από τα ξένα να πιάσουνε δουλειά να βασταχτεί ο τόπος. […], γιατί Σηκωμούς είχαμε στα 1770, στα Εικοσιένα, τότε που Μοριάς και Ρούμελη σείσαν το ζυγό της σκλαβιάς, στα Εξηνταέξι, που κάηκε το Αρκάδι, στα Εβδομηνταοχτώ, στα Ενενηνταέξι- για να μην πιάσω στο κοντύλι μου τις άλλες ανακάτωσες που δεν τις γράφουν τα φύλλα της Ιστορίας. […]».

Ιωάννης Κονδυλάκης

Ο λογοτέχνης Ιωάννης Κονδυλάκης στο έργο αναφέρεται σε όσα συνέβησαν στη Γραμβούσα, με τον δικό του τρόπο γραφής. Στο έργο του, Πατούχας εστιάζει στις σχέσεις χριστιανών και Τούρκων και στην αίσθηση που υπήρχε ότι μετά το 1821 ότι «οι Τούρκοι δεν ήταν αήττητοι». Στα διηγήματα: «Πώς ερώμιεψε το χωριό», «Σκούρα» και αλλού ο συγγραφέας αναφέρεται σε συμπλοκές και σε ξεσηκωμούς μετά το 1821. Επίσης, στο διήγημα «Αναμνήσεις Γυναικοπαίδων» αναφέρεται στην προσφυγιά των Κρητικών στον Πειραιά (1896).

«Κατά το 1896 είδα να βαδίζη εις την προκυμαίαν του Πειραιώς ένα Κρητικόπουλο τριών πιθαμών, το οποίον ήτο ενδεδυμένον με δύο πήχεις ύφασμα, Ανυπόδυτον[…]. Το Κρητικόπουλον παρετήρει με περιέργειαν μεγάλην τα πάντα, τα πλοία εξ ενός, τα μαγαζιά εξ άλλου, τα σπίτια, τα οχήματα και τους ανθρώπους. Και εφαίνετο έκθαμβον από το πλήθος εκείνο των πρωτοφανών πραγμάτων και προσώπων. […] Εγώ εσταμάτησα προ του μανάβικου και παρετήρουν το παιδίον. Ο δε μανάβης […] είπε:


— Είνε γυναικόπαιδο, το κοκάμοιρο!
Και έπειτα πρόσθεσε:
— Τι τραβούν κιαυτοί οι Κρητικοί!
Ήρχισε δε να μ’ ερωτά αν υπήρχεν ελπίς αυτήν την φοράν να τελειώση το Κρητικό ζήτημα, για να τελειώσουν και τα βάσανα αυτών των ανθρώπων. Αλλά δεν του απήντησα.
Η προσοχή μου όλη ήτο συγκεντρωμένη εις το παιδίον εκείνο, το οποίον εζωντάνευσε μίαν μακρινήν μου ανάμνησιν. Και επανέβλεπα τον εαυτόν μου όπως ήτο, όταν προ τριάντα ετών ως γυναικόπαιδον και εγώ ευρέθηκα εις τον Πειραιά και επλανήθην έκθαμβος εις την προκυμαίαν εκείνην μένα κανάτι αιγινίτικον εις το χέρι. […] Ήμεθα δέκα, παιδιά και γυναίκες, και το καΐκι του Κρουβίδη ήτο μία ελεεινή ψαρόβαρκα.»

Πηγή: Ιωάννης Κονδυλάκης, «Αναμνήσεις Γυναικοπαίδων», Ο Πατούχας, Η Πρώτη Αγάπη και άλλα Διηγήματα, εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ ΠΡΕΣΣ ΕΠΕ, Αθήναι χ.χ., σσ. 367-372.

Οθόνη Βοήθειας

Οι Κρητικοί συνέχεια διεκδικούσαν την ελευθερία τους και την ένωση με την Ελλάδα. Μετά τη μελέτη του κειμένου Ο Καπετάν Μιχάλης του Νίκου Καζαντζάκη:
α) Να διαβάσετε τα κείμενα που σας δίνονται και να συζητήσετε τη σχέση Λογοτεχνίας και Ιστορίας.
β) Να γράψετε στα 4 πλαίσια που δίνονται ποιες λέξεις ή φράσεις σας έρχονται στον νου ακούγοντας τη φράση «αγώνες των Κρητικών».

Συνέχεια στο ερώτημα Β

Καρτέλα Συντελεστών