Αφού μελετήσετε το κείμενο που ακολουθεί, να γράψετε την άποψή σας (σε ένα κείμενο πεζό ή ποιητικό) για τη χρήση του υπολογιστή -παλαιά και τώρα-, παρουσιάζοντας κάποιες προσωπικές σας εμπειρίες.
Ακολουθεί απόσπασμα από το διήγημα «Ο ιός του κομπιούτερ», που ανήκει στη συλλογή διηγημάτων: Τα φαντάσματα του Γιορκ. Τα διήγημα αναφέρεται στην εμπειρία του μεγάλου σε ηλικία συγγραφέα από την πρώτη προσπάθειά του να εξοικειωθεί με την τεχνολογία.
MOΥ ΛΕΓΑΝΕ ΟΛΟΙ: ΚΟΙΤΑΞΕ ΝΑ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΕΙΣ. Όλο στα παλιά
γυρνάς, ξεχνώντας πως ο κόσμος τραβάει μπροστά και δε γυρίζει
πίσω. Ζούμε στην εποχή της Τεχνολογίας, πάρ’
το χαμπάρι, σ’ ένα
χρόνο αρχίζει το 2000. Ούτε στη δεκαετία του
’40 ούτε του
’50 ούτε του
’60 ζούμε. Ούτε
καν στη δεκαετία του
’70. Και βέβαια,
δε ζεις πια στην Επαρχία. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει πια
Ελληνική Επαρχία, και μη νομίσεις πως παραδοξολογούμε. Εντάξει,
το ξέρουμε –μην αρχίσεις τώρα να μας αραδιάζεις ονόματα, γιατί
τα ξέρουμε. Αλλά όλες αυτές οι πόλεις, οι κωμοπόλεις, και τα
χωριά ακόμα, που έχεις στο μυαλό σου και είσαι έτοιμος να μας
ξεφουρνίσεις, δεν είναι παρά διάφορα Αιγάλεω, Λιόσια, Άγιες
Βαρβάρες, Περάματα κτλ., με άλλα ονόματα. Φαγάδικα, σκυλάδικα
και σούπερ-μάρκετ. Και τα βράδια σαπουνόπερες στην τηλεόραση με
το στόμα ανοιχτό και τα μάτια βασιλεμένα. Άντε κι ένα καφενείο,
με καπνισμένες φάτσες, άντε κι ένα ζαχαροπλαστείο άχαρο, να
πάρεις δυο πάστες και να φύγεις. Δεν αξίζει τον κόπο να γράψεις
γι’ αυτούς. Αλλά
και να γράψεις, μήτε που θα το πάρουν είδηση –σκασίλα τους.
Αυτά μου λέγανε και, δυστυχώς για μένα, μου τα
λέγανε καλοπροαίρετα. Κι αφού μου τα λέγανε αυτοί, που λίγο-πολύ
ήταν φίλοι μου, φαντάσου τι θα λέγανε οι άλλοι, πίσω από την
πλάτη μου.
Και το κακό είναι πως δε σταματούσαν εδώ – οι
άνθρωποι συνήθως δεν ξέρουν τα όριά τους. Προχωρούσαν λοιπόν και
πιο πέρα – πάντα καλοπροαίρετα βέβαια. Τύχαινε, λόγου χάρη, να
τους πω ότι τα στυλό διαρκείας τα σκαρτέψανε κι αυτά, όλο
μελανιές αφήνουν ή στερεύουν στα μισά, και θέλω μια καλή μάρκα
για τις ανάγκες μου, και τι είχαν εκείνοι υπόψη τους.
«Και γράφεις ακόμα με το χέρι;» μου πετούσαν σχεδόν
χαιρέκακα. «Σαν να λέμε: έπιπλα χειροποίητα, χαντ-μέιντ. Δε λέω,
καλά μπορεί να είναι κι αυτά, αλλά ώσπου να γράψεις μια σελίδα,
ξημέρωσε. Άντε να πάρεις ένα κομπιούτερ να σε δει ο Θεός. Να
δεις κι εσύ για πότε θα το ξεπετάς ένα κείμενο.»
Για να είμαι ειλικρινής, όταν λέγανε αυτό το
τελευταίο, «ένα κείμενο», μου μπαίνανε ψύλλοι στ’
αυτιά, κι αναρωτιόμουν αν μιλάμε για το ίδιο πράγμα –επειδή
βέβαια εγώ δεν ξενυχτούσα και δεν χαράμιζα τη ζωή μου, για να
γράψω απλώς «κείμενα», αλλιώς ήθελα να είναι, δεν ξέρω τι, και
να τα λένε δεν ξέρω πώς. Κι όταν αποφάσιζα τελικά να τα βγάλω σε
βιβλίο, θυμόμουν πάντα τους στίχους του Καρυωτάκη, που λέει:
Την καρδιά μου, το αίμα θα βάλω
σε σχήμα βιβλίου μεγάλο...
Τους ψιθύριζα λοιπόν από μέσα μου κι έκανα κρυφά το
σταυρό μου. Και, κατά κάποιον τρόπο, ηρεμούσα. Κάνε τη δουλειά
σου –έλεγα στον εαυτό μου.
Το μόνο πράγμα που μου προκαλούσε μια βαθιά
ανησυχία, κάτι σαν μύχιο φόβο, ήταν αυτό για το 2.000 που λέγανε
πως αρχίζει σε λίγο. Και καθώς μάλιστα το λέγανε μαζί με τα
σχετικά περί κομπιούτερ, πήγαινε το μυαλό μου κατευθείαν στον ιό
του δύο χιλιάδες, που δεν ήξερα –ούτε και τώρα ξέρω– τι ακριβώς
είναι, αλλά καθώς τον αναφέρουν με εξαιρετική έμφαση, τον
αισθάνομαι όπως οι χιλιαστές το τέλος της χιλιετίας, σαν τη
συντέλεια του Κόσμου δηλαδή. Έτσι κι αλλιώς έχω για τα
ηλεκτρονικά μηχανήματα ένα φόβο σχεδόν μεταφυσικό.
Αλλά ο άνθρωπος είναι αδύνατο πλάσμα, πόσο μπορεί
ν’ αντισταθεί;
Έρχεται η ώρα και υποκύπτει, σαν την αγνή βοσκοπούλα, που
μολογούσαν οι παλιές βουκολικές ιστορίες, οι απλοϊκές και
δακρύβρεχτες. Το ίδιο κι εγώ.
Έτσι αποφάσισα και πήρα το κομπιούτερ. Είπα μάλιστα:
Το παίρνω που το παίρνω, να είναι το πιο καλό, όχι φορητά και
τέτοια. Να
’χει μεγάλη οθόνη,
να μη στραβώνομαι, και προπάντων να έχει όλα τα εξαρτήματα:
Εκτυπωτή με διάφορα χρώματα, ακόμα και για φωτογραφίες,
προγράμματα για CD-ROM και ηχεία για CD, να γράφω λέει και
ν’ ακούω μουσική,
αργότερα θα συμπλήρωνα και με «σκάνερ» που μου είπαν, αλλά ακόμα
δεν ήξερα τι είναι ακριβώς.
Όταν ήρθαν δυο υπάλληλοι της εταιρείας και
κουβαλήσανε στο σπίτι μου όλα εκείνα τα κιβώτια, μ’
έπιασε ο πραγματικός φόβος. Ήταν ολόκληρο εργοστάσιο, κι εγώ
αλλιώς το φανταζόμουνα. Αλλά δεν υπήρχαν περιθώρια για να
υπαναχωρήσω. Προσπάθησα μόνο να εξορκίσω το κακό και είπα μέσα
μου κοροϊδευτικά: Εργοστάσιο Παραγωγής Κειμένων Α.Ε. Κι ύστερα
συμπλήρωσα: Limited, περιορισμένης ευθύνης.
Εν πάση περιπτώσει, μου τον εγκαταστήσανε, έκαναν
τις καλωδιώσεις, κι έμεινε ο ένας από τους δυο καμιά ώρα, για να
μου δώσει τις πρώτες πληροφορίες για τη λειτουργία του, τις
βασικές: Πώς ανοίγει, πώς κλείνει –σ’
αυτό επέμεινα ιδιαίτερα– τι είναι το μάους, το ποντίκι, πώς
ανοίγουν τα παράθυρα...
Όταν έφυγε κι αυτός κι έμεινα ολομόναχος, πρόσωπο με
πρόσωπο με το θηρίο, άρχισα να το περιεργάζομαι και να εφαρμόζω
τις πρώτες οδηγίες για τη λειτουργία του –τώρα που τα
’χω φρέσκα στο
μυαλό μου, σκέφτηκα.
Ομολογώ πως καταγοητεύτηκα με όλα εκείνα τα παράθυρα
που τ’ άνοιγες και
ξεπρόβαλλε ένας κόσμος μυστηριώδης. Αλλά –για, να ιδώ το ένα!
Για, να ιδώ το άλλο!– άνοιγα παράθυρα πάνω στα παράθυρα χωρίς να
τα ξανακλείνω. Ώσπου σχηματίστηκε ένα κουβάρι, ένα κοκορέτσι από
εικόνες, καρτέλες, σχέδια ακατανόητα, ιερογλυφικά, χρώματα
κόκκινα, ανακατεμένα, σαν πηγμένα αίματα. Προσπάθησα ν’
αρχίσω να τα διώχνω –στα χαμένα. Δοκιμάζοντας να τα σβήσω, πότε
τη μια καρτέλα, πότε το άλλο σχέδιο, πατούσα διάφορα κουμπιά κι
αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συσσωρεύονται καινούριες αλλεπάλληλες
εικόνες: Θαλάσσιοι βυθοί, όπου πηγαινοέρχονταν διάφορα ψάρια,
χταπόδια, μέδουσες, σμέρνες και άλλα τέρατα, ανθρωπάκια που μου
κάνανε πρόστυχες χειρονομίες, πρόσωπα με γκριμάτσες
δυσαρέσκειας, χέρια κομμένα που είχαν απομείνει σε αγκύλωση, και
άλλα που με δείχνανε απειλητικά με το δάχτυλο, μεγάλα μάτια που
οι βολβοί τους πηγαινοερχόντουσαν μια δεξιά μια αριστερά –ένας
κόσμος σκοτεινός και εφιαλτικός, με άλλα λόγια. Μ’
έπιασε πανικός και, για να τα διώξω, χτυπούσα τα πλήκτρα με βία,
το ένα μετά το άλλο, στην τύχη.
Πηγή: Χριστόφορος Μηλιώνης, Τα φαντάσματα του Γιορκ, Διηγήματα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1999.