α) Να μελετήσετε παράλληλα με το κείμενο του Ηλία Βενέζη και τα αποσπάσματα από το έργο Οι Νεκροί Περιμένουν της Διδώς Σωτηρίου.
β) Να εντοπίσετε και να συζητήσετε στην τάξη κοινά και διαφορετικά στοιχεία των κειμένων.
Μπορείτε να παρακολουθήσετε το ντοκιμαντέρ, που αναφέρεται στον Μικρασιάτη συγγραφέα, Ηλία Βενέζη, στο διαδίκτυο (Αρχείο ΕΡΤ). Επίσης, μπορείτε να δείτε το βίντεο για τη Διδώ Σωτηρίου (Αρχείο ΕΡΤ).


Διδώ Σωτηρίου
Οι Νεκροί Περιμένουν
Μέρος Δεύτερο (αποσπάσματα από κεφάλαια 1 και 5)

Κεφάλαιο 1

ΜΟΛΙΣ ΞΕΜΠΑΡΚΑΡΑΜΕ στον Πειραιά, όλο χαμόγελα και όνειρα για τουριστικές εξερευνήσεις, βρεθήκαμε μπρος σ ένα παράξενο θέαμα: Κόσμος πολύς ήταν μαζεμένος, εδώ κι εκεί, σκυθρωπός και μουδιασμένος. Νέες γυναίκες και γριές μαντιλωμένες, φώναζαν και χειρονομούσαν νευρικά, μα ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς, τι ακριβώς λέγανε και γιατί οι χωροφύλακες τις σπρώχναν πέρα. Ύστερα πετάχτηκαν στη μέση κάμποσοι φαντάροι, αγριωποί, στραπατσαρισμένοι και φώναζαν κι αυτοί:
    — Τι τις χτυπάτε, μωρέ, τις γυναίκες; Ε; Τι τις χτυπάτε; Τίνος κάνανε κακό; Φοβάστε μη διαταράξουν την τάξη, την τάξη, ε; Τα παιδιά τους ζητούνε, που δεν ξέρουν τι απόγιναν κει κάτω στη σφαγή.
    Καθώς προσπαθούσαμε ν’ ακούσουμε και να καταλάβουμε τι γινόταν, ένας ναύτης μας έδειξε και είπε:
    — Να, μας ήρθαν κι εδώ οι πρώτοι πρόσφυγες απ τη Σμύρνη.[…]
    — Δεν είμαστε μεις Τουρκάλες!
    — Πώς δεν είστε, είστε πρόσφυγες, πρόσφυγες, κακοί ανθρώποι!
     Δεν πρόλαβα να εξηγηθώ με τη μικρή, γιατί οι χωροφύλακες μας έσυραν ως το λιμεναρχείο, ενώ στο δρόμο μάς εξηγούσαν πως έσπασε το μέτωπο, η Μικρασία καιγότανε, ο στρατός επαναστάτησε κι ο κόσμος έφευγε, μ ό,τι μεταφορικό μέσο έβρισκε.[…]
    — Απ τη Σμύρνη έρχεστε; Δε δεχόμαστε πρόσφυγες.
    — Μα θα σας πληρώσουμε καλά, ανθρώποι του Θεού, έλεγε η θεία Ερμιόνη. Εκείνοι επέμεναν στην άρνησή τους:
    — Φοβόμαστε τις επιτάξεις. Δε μάθατε λοιπόν πως στη Χίο, στη Μυτιλήνη, στη Σάμο έφτασε προσφυγολόι, κι επιτάξανε όλα τα σχολεία, τα ξενοδοχεία, τα πάντα;
    — Τι θέλαμε, τι γυρεύαμε μεις να ρθούμε σε τούτον τον αφιλόξενο τόπο, έλεγε η κυρία Ελβίρα. Τι θέλαμε και τι γυρεύαμε να χωριστούμε από τους άντρες μας!
Στο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεμένος ξενοδόχος και μας έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωμάτιο με έξι κρεβάτια. Για πότε γινήκαμε πραγματικοί πρόσφυγες δεν το καταλάβαμε. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα όλος ο κόσμος αναποδογύρισε.[…]
     Κι είπαν: Περαστικοί είμαστε, ας βολευτούμε όπως όπως, κι αύριο θα ματαγυρίσουμε στα μέρη μας. Κι αποζητούσαν, τούτη την ελπίδα, με την ίδια λαχτάρα, σαν το ψωμί, το νερό και τα αλάτι. Τόσοι ήταν. Ενάμισι εκατομμύριο Ρωμιοί Μικρασιάτες, που στριφογύριζαν, τώρα, στο καύκαλο της Ελλάδας, σαν περιπλανώμενοι Ιουδαίοι, διωγμένοι από τη γη της Χαναάν. Χωρίς πατρίδα, χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς μπαούλο. Και χτες, μόλις χτες, να θυμάσαι πως ήσουνα νοικοκύρης, πως είχες το κατιτί το δικό σου. […]


Κεφάλαιο 5

Κι έγιναν οι πρόσφυγες και οι συνοικισμοί τους μια καινούργια ανανεωτική δύναμη για την Ελλάδα: Προζύμι της προκοπής.
    Κάποιοι τη νιώσαν αυτή την αλλαγή, της δώσανε συνείδηση και χρώμα και τη μεταδώσανε και στους άλλους. Δέσανε κόμπο τη δυστυχία τους με του πλαϊνού τους, όποιος κι αν ήταν, πρόσφυγας ή ντόπιος, κι από το τριμμένο αυτό νήμα άρχισαν να πλέκουν τις νέες ελπίδες τους, μαζί μ ολόκληρο τον ελληνικό λαό.
    Τέντωσαν τ αυτί τους και το μαθαν ν αφουγκράζεται όλες τις καρδιές! Κι ένιωσαν τότε μια ξαφνική, πρωτόγνωρη δύναμη. Ο πρόσφυγας δεν ήταν μόνος με τη μοίρα του να κλαίει‧ ήταν πολλοί. Ήταν ο ελληνικός λαός.


Πηγή: Διδώ Σωτηρίου, Οι Νεκροί Περιμένουν, 29η έκδ. Κέδρος, Αθήνα 1998.