Εκτός από τις σχέσεις με συνανθρώπους μας και με ζώα, υπάρχουν και δεσμοί ανάμεσα στους ανθρώπους και στα πράγματα. Να διαβάσετε το παρακάτω διήγημα και να συζητήσετε τον δεσμό σας με αγαπημένα αντικείμενα (παιχνίδια, ρούχα κ.ά).
Ηρώ Νικοπούλου
Ο Καναπές
Παλιότερα το
’γλειφα το σπίτι.
Φρόντιζα σε κάθε μετακόμιση να μην αφήνω πίσω μου τίποτα. Ούτε
κορδελάκι. Οι συχνές μετακομίσεις ίσως, μπα, μάλλον το πέρασμα
του χρόνου με έκανε και είδα τα πράγματα διαφορετικά. Τα
τελευταία χρόνια μια από τις χαρές που μου δίνει η μετακόμιση
δεν είναι τόσο το νέο ενδιαίτημα, όσο η ευκαιρία να απαλλαγώ
–χάριν καλής προφάσεως– από έπιπλα και μικροαντικείμενα που έχει
στοιβάξει ο χρόνος στο νοικοκυριό μου, και τα αισθάνομαι όλο και
πιο συχνά σαν αβάσταχτη καμπούρα στη ράχη μου.
Έτσι, τα τελευταία δέκα χρόνια, σε κάθε επαρχιακή
πόλη που άφηνα λόγω νέας μετάθεσης, έσπερνα πίσω μου κι από
κάτι. Στη μακρινή Κοζάνη εγκατέλειψα σιωπηρά και σχεδόν ένοχα
στο σπίτι που νοίκιαζα μια γηραιά αλλά ευπρεπή βελούδινη
πολυθρόνα–κρεβάτι μιας ματαιωμένης Σοφίας, που πάνω της
κοιμήθηκα παγερές φαρμακωμένες νύχτες με θερμοφόρες στα
ξυλιασμένα πόδια μου και κρυσταλλιασμένα δάκρυα στα μάτια. Στα
Σελιανίτικα Αιγίου, ένα τραπέζι φορμάικα, που ποτέ, είναι η
αλήθεια, δεν συμπάθησα, κι ένα μικρό ντουλαπάκι πολλαπλών
χρήσεων. Στη Δάφνη Καλαβρύτων, σ’ αυτή την παγωμένη κουκκίδα του
χάρτη στη μέση του πουθενά, χάρισα σε μια συνάδελφο –προς μεγάλη
ανακούφιση και των δυο μας, αν και για εντελώς διαφορετικούς
λόγους– τρεις μεγάλες φλοκάτες –η μια είχε φθαρεί ανεπανόρθωτα,
αλλά για το χωριό την έκανε τη δουλειά της– και τον καλό λευκό
καναπέ, από το δεύτερο νοικοκυριό του πατέρα μου. Για το
τελευταίο δώρο μου είχα ενδοιασμούς κι επιφυλάξεις μέχρι τέλους.
Τον συμπαθούσα εκείνο τον καναπέ, τον αγαπούσα σχεδόν, ήμουν σε
φαντασιακό επίπεδο παράξενα δεμένη μαζί του. Αλλά η ανυπόκριτη
χαρά της ενθουσιώδους Κατερίνας γλύκανε το δισταγμό μου και
ησύχασα όταν είδα πόσο εκτίμησε το παλιό αρχοντικό έπιπλο. Έτσι
έπαψα να αισθάνομαι ότι πρόδωσα τα ιερά κειμήλια της σεπτής μου
οικογένειας επειδή είχαν λίγο σκεβρώσει· θα έπιαναν τόπο σε άλλο
σπιτικό, μια που στο νέο μου διαμέρισμα στην Αθήνα δυστυχώς δεν
χώραγαν. Είχα καταφέρει να επιστρέψω στο κλεινόν άστυ ελαφρύτερη
και χωρίς τύψεις.
Θυμάμαι πόση εντύπωση μου είχε κάνει όταν τον
πρωτοείδα, τριάντα πέντε –τουλάχιστον– χρόνια πριν. Ήταν ένα
σύνολο αποτελούμενο από τον εν λόγω τριθέσιο, ένα διθέσιο που
κουρνιάζει ακόμα ψιλομαδημένος στην κρεβατοκάμαρα του πατρικού
μου ως βοηθητικός και μια πολυθρόνα που αγνοείται η τύχη της εδώ
και είκοσι χρόνια. Το λευκό ύφασμα ήταν διάσπαρτο από διακριτικά
σομόν ανθάκια και του έδιναν μια δροσερή ελαφρότητα, παρόλο που
ήταν βαρύ, ογκώδες έπιπλο με τα στρογγυλά χοντρά μπράτσα του να
ενώνονται πίσω στην υπερυψωμένη πλάτη δημιουργώντας κάτι σαν
βικτωριανό κολάρο. Η δεύτερη γυναίκα του πατέρα μου είχε
εξαιρετικό γούστο, το σπίτι στα Βριλήσσια ήταν ντυμένο με ζεστά
χρώματα και κάθε γωνιά του είχε κάτι ιδιαίτερο. Όσο ήμουν μικρή,
ονειρευόμουν ένα ολόιδιο καθιστικό για τη μελλοντική φωλιά μου.
Το μισό μου όνειρο εκπληρώθηκε όταν εκείνοι έκριναν πως πάλιωσε
το συγκεκριμένο σύνολο και αγόρασαν καινούργιο σαλονάκι. Τότε
μου χάρισαν ό, τι περίσσεψε: Τον τριθέσιο. Σκέτο.
Η Κατερίνα, που εν τω μεταξύ είχαμε γίνει φίλες,
κατέβηκε με μετάθεση στην Αθήνα δυο χρόνια αργότερα με τον
αραμπά της οικοσκευής της, προς μεγάλη μου ικανοποίηση, ακέραιο.
Δεν τόλμησα, εννοείται, ποτέ να ρωτήσω για τις προθέσεις της ως
προς το μέλλον του οικογενειακού μου καναπέ· ή χαρίζεις κάτι ή
δεν το χαρίζεις. Μέσα μου όμως μ’
έτρωγε η αγωνία. Έψαχνε για σπίτι κοντά στων γονιών της στο
Φάληρο μέχρι να αποπερατωθεί το δικό της στην Κοψαχείλα, τελικά
νοίκιασε ένα στην πλατεία Ντάβαρη, λίγο πιο κάτω από μένα. Όταν
την πρωτοεπισκέφτηκα και τον είδα να δεσπόζει στο καθιστικό της,
ηρέμησα πλέον εντελώς. Η σχέση μας αναθερμάνθηκε, κι οι
επισκέψεις γίνονταν όπως και στο χωριό, με τα πόδια, αν και
αισθητά αραιότερες. Περίπου ένα χρόνο μετά, εγκαταστάθηκε
οριστικά κάτω απ’ τη δική της στέγη. Εκείνο το βράδυ τα είπαμε
για λίγο στο νέο της καθιστικό· δεν έμεινα πολύ, παρόλο που
είχαμε αρκετούς μήνες να συναντηθούμε, ήθελα περισσότερο να
περπατήσω. Ο νοτιάς άπλωνε εξασθενημένες ριπές θαλασσινής αύρας.
Τα κυματάκια του Φλοίσβου άνοιγαν μικρές φωτερές αγκαλιές και με
περίμεναν. Άρχισα να ανηφορίζω.
Μόλις που είχα αφήσει πίσω μου τα έρημα σκοτεινά
δρομάκια. Μπροστά μου, δυο τετράγωνα πιο κάτω, ούρλιαζε η
Αμφιθέας, φωταγωγημένη παροξύτονη αντίστιξη. Πάντα απορούσα
μπρος σ’ αυτή τη μετάβαση, δίχως διαβατήρια τελετή, δίχως
είσοδο, περνούσε απότομα απ’ τον ένα κόσμο στον άλλο.
Ακολουθώντας την αγαπημένη μου διαδρομή, άρχισα να διασχίζω όπως
πάντα το μεγάλο ξέφραγο κτήμα, ρουφώντας μυρωδιές και σιωπή,
όταν ξαφνικά ένα κλάμα ακούστηκε κάπου απ’
το βάθος. Κοντοστάθηκα, το κλάμα συνεχίστηκε επίμονο και σύντομα
διανθίστηκε από δεύτερη και τρίτη φωνή. Μια λιλιπούτεια
αυτοσχέδια χορωδία υψωνόταν μες στα σκοτερά έγκατα του κτήματος.
Όποτε ακούω κλάμα μωρού ζώου, δεν μπορώ ν’
αντισταθώ. Νομίζω πως απευθύνεται σ’
εμένα, προσωπικά· όπως όταν ήμουν μικρή που πίστευα πως όλες οι
γάτες ήταν δικές μου και τελικά μ’ έναν παράξενο τρόπο
βεβαιωνόμουν, αφού για ανεξήγητους λόγους όλες με πλησίαζαν
τολμηρές κι αποφασισμένες μιλώντας μου επίμονα στην εκφραστική
τους γλώσσα. Ακολούθησα υπνωτισμένη τις παραπονεμένες φωνούλες.
Προχωρούσα προσεκτικά. Το έδαφος του οικοπέδου ήταν πολύ
ανώμαλο, κι όταν έβρεχε, γέμιζε ο τόπος μικρές λακκούβες με
νερά. Έφτασα σ’ ένα σημείο εντελώς δύσβατο, σκεπασμένο από πυκνά
κλαδιά κι επιθετικά αναρριχητικά. Το φως της κολόνας έφτανε ως
εκεί μέσα από το φύλλωμα της ψηλής ακακίας. Οι φωνές είχαν
κοπάσει, κρατούσαν την ανάσα τους τρέμοντας κι ελπίζοντας – έτσι
ήθελα να το φαντάζομαι· και μ’ ένα μεγάλο ψαλίδι, που κουβαλάω
πάντα μαζί μου για να κόβω λουλούδια, άρχισα ν’
ανοίγω δρόμο θερίζοντας τα βαριά κλαδιά που φύτρωναν παντού.
Όταν κατάφερα να ελευθερώσω το χώρο, είδα τέσσερα πορτοκαλιά
γατάκια κουλουριασμένα το ένα πάνω στ’
άλλο. Είχαν κλειστά ματάκια και τεράστια φαφούτικα στόματα που
ούρλιαζαν το φόβο και την πείνα τους. Ήταν όμως
στρογγυλοκαθισμένα βολικά, ζεστά και απολύτως προφυλαγμένα πάνω
στον παλιό, αγνώριστο πλέον από τη βρόμα, οικογενειακό λευκό μου
καναπέ, που είχε ενσωματωθεί από τη γύρω φύση και είχε χωνευτεί
απ’ το χώμα μέχρι
τη μέση του παλιού του ύψους.
Πηγή: Ηρώ Νικοπούλου, Ελληνιστί: Ο γρίφος, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013.