Να διαβάσετε το παρακάτω απόσπασμα από το έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη Η Τιμή και το Χρήμα και, με αφορμή το ζήτημα της προίκας που θίγεται στο κείμενο, να συζητήσετε στην τάξη τη σχέση του ανθρώπου με το χρήμα, καθώς και τα στερεότυπα για τη γυναίκα, παλαιότερα και σήμερα.
Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Η Τιμή και το Χρήμα
Η πληγή του Αντρέα είτανε τιποτένια. Αφού του την
έπλυναν και του την έδεσαν σ’
ένα φαρμακείο, εξεκίνησε τώρα για το προάστιο. Επήγαινε να
ξαναβρεί τη Ρήνη, να πάρει τα χρήματα, να πλερώσει τα χρέη του,
κ’ είχε σκοπό να
ετοιμάσει τη χαρά του για την άλλη Κυριακή. […]
Της είπε χαρούμενος, σα να
’χε λησμονήσει στη
στιγμή ό,τι είχε κάμει τόσες ημέρες: «Την Κυριακή
στεφανωνόμαστε!»
Αυτή του χαμογέλασε.
«Και πάει η φτώχεια» ξακολούθησε· «της αφήκαμε γεια!
η μάνα σου εθύμωσε, μ’
εβάρεσε, μα δεν πειράζει. Τα δίνει όλα όσα έχει· δε θα πάρω παρά
τα χίλια που χρειάζονται.»
Εκείνη εκοίταξε πονεμένη τα αδέρφια της, εκατέβασε
το βλέφαρο και δεν του αποκρίθηκε.
«Γιατί δε χαίρεσαι;» την ερώτησε. […]
Κι ο Αντρέας στενοχωρημένος εκοίταζε τα δύο
πλάσματα, που αγαπιόνταν, που υπόφερναν εξαιτίας του και που
τώρα δεν εμιλούσαν.
Τέλος ο πατέρας τής είπε, σφίγγοντάς την στην
αγκαλιά του: «Σ’
εδυστύχεψε!» Δεν είπε ποιος. Ο νους του είταν ίσως για τη
γυναίκα του, μα ο Αντρέας ενόμισε πως τα λόγια τον εχτυπούσαν
εκείνον, κ’ είπε:
« Έφταιξα· μα τώρα εδιορθωθήκανε όλα. Την Κυριακή βάζω στεφάνι.
Εδώ τα κλειδιά του κομού· είπε να μου τα δώκεις τα χίλια.»
«Και ξαναγοράζεις» του
’πε η Ρήνη πικρά
«και την αγάπη; Ω τι έκαμες!» Κ’
εβάλθηκε να κλαίει.
«Την αγάπη;» ερώτησε αχνίζοντας· «και δεν την έχω;»
«Όχι!» του αποκρίθηκε «όχι! για λίγα χρήματα είσουνε
έτοιμος να με πουλήσεις και χωρίς αυτά δε μ’
έπαιρνες· πάει τώρα η αγάπη. Επέταξε το πουλί!»
«Θα ξανάρθει» της απολογήθηκε λυπημένος, «στη ζεστή
τη φωλιά του. Η ζωή μας θα
’ναι παράδεισος!»
«Όχι!» του
’πε· «έπειτα
απ’ ό,τι έκαμες
όχι! κι α σ’
αγαπούσα δε θα ερχόμουνα μαζί σου. Είμαι δουλεύτρα· ποιόνε έχω
ανάγκη;» Και σε μία στιγμή ξακολούθησε: «Γιατί ν’
αδικηθούν τα αδέρφια μου;»
«Σ’
εδυστύχεψε!» είπε πάλι πικρά ο πατέρας, που τώρα είταν
ξενέρωτος. «Γιατί να μην τα δώσει από την αρχή όπως τση το ’πα;
Ανάθεμά τα τα τάλαρα!»
«Πάμε!» είπε ο Αντρέας.
«Όχι!» του
’πε μ’
απόφαση‧ «εδώ είναι ο χωρισμός μας. Θα πάω σε ξένα μέρη, σε
ξένον κόσμο, σ’
άλλους τόπους· θα δουλέψω για με και για να κουναρήσω το παιδί
που θα γεννηθεί. Θα μου δώσει η μάνα γράμματα για να
’βρω αλλού
εργασία· θα τα πάρει από τες κυράδες της. ΄Όχι, δεν έρχομαι!
Είμαι δουλεύτρα· ποιόνε έχω ανάγκη;» Κ’ έπειτα από μία στιγμή σα
ν’ απαντούσε σε κάποια της σκέψη εξαναφώναξε: «Δεν έρχομαι, δεν
έρχομαι!»
Ο Αντρέας την εκοίταξε ξεταστικά κ’
εκατάλαβε πως όλα τα λόγια θα
’ταν χαμένα.
«Ανάθεμά τα τα τάλαρα!» εφώναξε πάλι απελπισμένος. «Πάει η
ευτυχία μου!»
Κ’
εβγήκε στο δρόμο.
Πηγή: Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Τιμή και το Χρήμα, εκδ. Κείμενα, Αθήνα 1984.